Οι καρδιοπαθείς ζητούν επανεξέταση της ρύθμισης για τον προσωπικό ιατρό

Νέα ερωτήματα για το πώς θα εφαρμοστεί ο θεσμός του προσωπικού ιατρού στους χρονίως πάσχοντες θέτει ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Πασχόντων από Καρδιοπάθειες με επιστολή του προς τον Υπουργό Υγείας, μετά την υπερψήφιση, τη Μεγάλη Τρίτη, της σχετικής τροπολογίας από τη Βουλή. Στην παρέμβασή του, ο Σύνδεσμος ξεκαθαρίζει ότι δεν απορρίπτει εκ προοιμίου τη φιλοσοφία του θεσμού, εκφράζει όμως έντονο προβληματισμό για το πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη στους ασθενείς που χρειάζονται συστηματική παρακολούθηση από περισσότερες της μίας ιατρικές ειδικότητες.

Η νέα ρύθμιση προβλέπει ότι η παραπομπή των πολιτών σε ιατρούς δημόσιων δομών πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας περίθαλψης, καθώς και σε συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ παρόχους, συνδέεται με τον προσωπικό ιατρό, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις σε περιπτώσεις αντικειμενικής αδυναμίας εξεύρεσης προσωπικού ιατρού ή δυσκολίας πρόσβασης σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές. Η τροπολογία αντικατέστησε τη σχετική παράγραφο του νόμου για τον προσωπικό ιατρό, με την κυβέρνηση να υποστηρίζει στην αιτιολογική έκθεση ότι στόχος της αλλαγής είναι ένα πιο ευέλικτο και λειτουργικό σύστημα παραπομπών.

Ο Σύνδεσμος σημειώνει στην επιστολή του ότι εκπροσωπεί θεσμικά τους πάσχοντες από καρδιαγγειακά νοσήματα, τα οποία, όπως αναφέρει, αφορούν περίπου το 15% του ελληνικού πληθυσμού και συνιστούν διεθνώς την πρώτη αιτία θανάτου. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ότι η συζήτηση για τον προσωπικό ιατρό δεν μπορεί να γίνει αποκομμένα από τις πραγματικές ανάγκες των χρονίως πασχόντων, οι οποίοι συχνά χρειάζονται διαρκή και πολυεπίπεδη ιατρική φροντίδα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Σύνδεσμος και στα στοιχεία που, όπως αναφέρει, αντλεί από την πύλη prosopikos.gov.gr. Σύμφωνα με όσα παραθέτει στην επιστολή, οι προσωπικοί ιατροί ανέρχονται σε 5.541, ενώ ο αριθμός των εγγεγραμμένων πολιτών ανέρχεται περίπου τα 5,2 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου το 62% του ενήλικου πληθυσμού που δικαιούται εγγραφή, με αποτέλεσμα περίπου το 38% να εξακολουθεί να μην διαθέτει προσωπικό ιατρό. Ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ακόμη ότι τα ποσοστά εγγραφής στις ηλικίες κάτω των 50 ετών παραμένουν χαμηλά και ότι η πλειονότητα των ήδη εγγεγραμμένων πολιτών έχει χρησιμοποιήσει ελάχιστα ή και καθόλου τις σχετικές υπηρεσίες.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο Σύνδεσμος εκτιμά ότι ο θεσμός δεν έχει ακόμη ωριμάσει στη συνείδηση των πολιτών ούτε έχει αποδείξει ότι διευκολύνει ουσιαστικά την καθημερινότητά τους. Παράλληλα, εκφράζει ανησυχία για τη λογική του gatekeeping, υποστηρίζοντας ότι όπου εφαρμόστηκε με αυστηρά κριτήρια οδήγησε σε καθυστερήσεις και μεγάλες αναμονές, φέρνοντας ως παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο πυρήνας της παρέμβασης του Συνδέσμου αφορά τους χρονίως πάσχοντες με συνοσηρότητες. Όπως επισημαίνεται στην επιστολή, ένας καρδιοπαθής είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα υπέρταση, διαβήτη, προβλήματα νεφρικής λειτουργίας, αγγειοπάθειες, αναπνευστική δυσλειτουργία, υπερλιπιδαιμία ή άλλες επιβαρυντικές καταστάσεις. Αυτό σημαίνει, κατά τον Σύνδεσμο, ότι ο ασθενής χρειάζεται συχνά την αρωγή πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως μετά από αγγειακά επεισόδια, είναι συνεχείς και οι επισκέψεις σε φυσικοθεραπευτές, καθώς και σε άλλους επαγγελματίες υγείας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος θέτει μια σειρά από πρακτικά ερωτήματα για την εφαρμογή της νέας ρύθμισης. Όπως αναφέρει, δεν είναι σαφές πώς θα λειτουργεί στην πράξη το παραπεμπτικό για ασθενείς με πολλαπλές παθήσεις, ποιες ειδικότητες θα μπορεί να καλύπτει και πόσα παραπεμπτικά θα μπορούν να εκδίδονται σε μία επίσκεψη. Θέτει επίσης το ερώτημα πώς θα ιεραρχούνται οι ανάγκες ενός ασθενούς με σύνθετο ιατρικό προφίλ, ιδιαίτερα στις απομακρυσμένες περιοχές, όπου η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας είναι ήδη δυσχερής.

Ο Σύνδεσμος συνδέει το ζήτημα αυτό με τη γενικότερη εικόνα της χρόνιας νόσου στη χώρα, επισημαίνοντας ότι ένας στους τέσσερις Έλληνες αντιμετωπίζει κάποιο χρόνιο, συχνά ανίατο νόσημα ή σοβαρή αναπηρία. Αν και αναγνωρίζει ότι η εξαίρεση των επειγόντων περιστατικών είναι αυτονόητη, υπογραμμίζει ότι πολλές καταστάσεις μπορεί να επιδεινωθούν γρήγορα, εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα.

Με την επιστολή του, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Πασχόντων από Καρδιοπάθειες ζητά από το Υπουργείο Υγείας να επανεξετάσει όχι μόνο τη συγκεκριμένη τροπολογία αλλά και συνολικά το πλαίσιο λειτουργίας του προσωπικού ιατρού. Όπως αναφέρει, προτεραιότητα πρέπει να παραμείνει η απρόσκοπτη πρόσβαση των χρονίως πασχόντων στον εξειδικευμένο ιατρό που έχουν ανάγκη, χωρίς καθυστερήσεις ή εμπόδια. Παράλληλα, καλεί την Πολιτεία να προχωρήσει σε ουσιαστική διαβούλευση με τους επιστημονικούς φορείς, τις οργανώσεις ασθενών και τους εκπροσώπους των ατόμων με αναπηρία, σημειώνοντας ότι η σωστή εφαρμογή του θεσμού είναι εξόχως σημαντική για τους χρόνιους ασθενείς.

Η παρέμβαση των καρδιοπαθών επαναφέρει στο προσκήνιο τις ενστάσεις για το πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη ο θεσμός του προσωπικού ιατρού, την ώρα που αντίστοιχοι προβληματισμοί έχουν εκφραστεί και από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Το βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται δεν αφορά μόνο την οργάνωση του συστήματος, αλλά και το κατά πόσο η νέα διαδικασία θα μπορέσει να λειτουργήσει ως εργαλείο συντονισμού της φροντίδας, χωρίς να προσθέσει νέα εμπόδια σε ασθενείς που χρειάζονται σταθερή, συχνή και εξειδικευμένη ιατρική παρακολούθηση.