Αντιδρούν οι θαλασσαιμικοί στο εμπορικό μοντέλο συλλογής πλάσματος
Το πλάσμα είναι το υγρό συστατικό του ανθρώπινου αίματος και χρησιμοποιείται για την παρασκευή φαρμάκων απαραίτητων για τη θεραπεία σοβαρών και χρόνιων παθήσεων. Όπως και η αιμοδοσία, έτσι και η προσφορά πλάσματος στηρίζεται κατά κανόνα στη μη αμειβόμενη εθελοντική συμμετοχή των δοτών. Ωστόσο, σε ορισμένες χώρες έχει αναπτυχθεί ένα μεικτό σύστημα δημόσιων και ιδιωτικών κέντρων συλλογής, στο οποίο οι δότες πλάσματος αποζημιώνονται οικονομικά για την προσφορά τους.
Το μοντέλο αυτό παρουσιάστηκε ως πρότυπο στο πρόσφατο Διεθνές Συνέδριο Πλάσματος στη Βαρσοβία, τον Μάιο του 2025, με τον Τσέχο Υφυπουργό Υγείας να προτρέπει την Ελλάδα να ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση. Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας (ΕΟΘΑ), εκπροσωπώντας χιλιάδες ασθενείς που εξαρτώνται από μεταγγίσεις, εξέφρασε την έντονη αντίθεση της, υπογραμμίζοντας σοβαρούς κινδύνους για την επάρκεια αίματος, τη δημόσια υγεία ενώ αναδεικνύει και την ηθική διάσταση του θέματος.
Πολύτιμη πρώτη ύλη για σωτήρια φάρμακα
Το πλάσμα αποτελεί περίπου το 55% από τον συνολικό όγκο του αίματος. Περιέχει νερό, ηλεκτρολύτες και, κυρίως, εκατοντάδες πρωτεΐνες που είναι απαραίτητες για ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού, όπως η πήξη του αίματος, η άμυνα έναντι λοιμώξεων και η μεταφορά θρεπτικών ουσιών.
Το πλάσμα αξιοποιείται στην παρασκευή φαρμάκων που δεν μπορούν να παραχθούν τεχνητά στο εργαστήριο. Τα αποκαλούμενα παράγωγα πλάσματος (Plasma-Derived Medicinal Products – PDMPs), όπως οι ανοσοσφαιρίνες και οι παράγοντες πήξης, είναι απολύτως αναγκαία για τη θεραπεία σοβαρών ή σπάνιων παθήσεων, όπως οι ανοσοανεπάρκειες, η αιμορροφιλία και διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα. Για πολλούς ασθενείς, αυτά τα φάρμακα είναι κυριολεκτικά φάρμακα ζωής. Δεδομένου ότι η παραγωγή αυτών των φαρμάκων βασίζεται αποκλειστικά σε ανθρώπινο πλάσμα – και όχι σε συνθετικά υλικά – η επάρκεια της πρώτης ύλης αποτελεί κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας.
Η διαδικασία της πλασματοδότησης
Η συλλογή πλάσματος μπορεί να πραγματοποιηθεί με δύο τρόπους: είτε μέσω της παραδοσιακής αιμοδοσίας, όπου το πλάσμα διαχωρίζεται από το ολικό αίμα που προσφέρεται εθελοντικά, είτε μέσω της πλασμαφαίρεσης– μιας εξειδικευμένης διαδικασίας κατά την οποία λαμβάνεται απευθείας μόνο το πλάσμα και επιστρέφονται στον οργανισμό του δότη τα υπόλοιπα συστατικά του αίματος (ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια).
Η πλασμαφαίρεση διαρκεί περισσότερο από την αιμοδοσία – περίπου 45 έως 60 λεπτά – και απαιτεί κατάλληλο τεχνικό εξοπλισμό. Λόγω της επιστροφής των κυττάρων, ένας υγιής ενήλικος μπορεί να δώσει πλάσμα συχνότερα απ’ ό,τι αίμα, ακόμη και ανά δεκαπενθήμερο, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
Στην Ελλάδα, οι δότες πλάσματος είναι μη αμειβόμενοι εθελοντές, όπως και οι αιμοδότες. Το πλάσμα που συλλέγεται χρησιμοποιείται κατά ένα μέρος μόνο για άμεσες θεραπευτικές ανάγκες, κυρίως σε μεταγγίσεις. Το υπόλοιπο, όμως, δεν αξιοποιείται συστηματικά για την παρασκευή φαρμάκων και σε πολλές περιπτώσεις απορρίπτεται, καθώς δεν διοχετεύεται προς κλασματοποίηση.
Η πρόταση για αποζημίωση των δοτών πλάσματος
Κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Συνεδρίου Πλάσματος (IPPC), παρουσιάστηκε ως πρότυπο ένα μοντέλο συλλογής πλάσματος που εφαρμόζεται σε χώρες όπως η Τσεχία, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Γερμανία. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι η λειτουργία μεικτού συστήματος δημόσιων και ιδιωτικών κέντρων, στο οποίο οι δότες πλάσματος αποζημιώνονται οικονομικά για την προσφορά τους.
Ο Τσέχος Υφυπουργός Υγείας, Jakub Dvořáček, κάλεσε την Ελλάδα να υιοθετήσει παρόμοια προσέγγιση, στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκής προσπάθειας για επάρκεια σε φάρμακα που η παραγωγή τους στηρίζεται στο πλάσμα. Όπως δήλωσε, η Τσεχία συλλέγει πλέον περίπου 1,3 εκατομμύρια λίτρα πλάσματος ετησίως, ποσότητα που την κατατάσσει μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών στην Ευρώπη. Παραδέχτηκε, ωστόσο, ότι παρά τον όγκο συλλογής, πάνω από το 90% του πλάσματος εξάγεται, καθώς η χώρα δεν έχει κατορθώσει να αναπτύξει εγχώρια παραγωγή των φαρμάκων, τα οποία εξακολουθεί να εισάγει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις Ηνωμένες Πολιτείες η αποζημίωση των δοτών πλάσματος αποτελεί καθιερωμένη πρακτική εδώ και δεκαετίες. Η συντριπτική πλειονότητα της συλλογής γίνεται από ιδιωτικά κέντρα, ενώ οι δότες μπορούν να προσφέρουν πλάσμα ακόμη και δύο φορές την εβδομάδα. Το μοντέλο αυτό, αν και παραγωγικά αποδοτικό, δεν αποτελεί σημείο αναφοράς στη συζήτηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς βασίζεται σε διαφορετικές κοινωνικές και θεσμικές αντιλήψεις για τη δωρεά βιολογικών υλικών.
Γιατί αντιδρούν οι Θαλασσαιμικοί;
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας εξέφρασε δημόσια τη σαφή αντίθεσή της στην πιθανότητα εφαρμογής ενός τέτοιου μοντέλου στην Ελλάδα, τεκμηριώνοντας τις ανησυχίες της σε τέσσερις βασικούς άξονες:
Απειλή για την επάρκεια αίματος
Η αμοιβή για πλάσμα μπορεί να οδηγήσει σε στροφή δοτών προς την πλασμαφαίρεση, εις βάρος της εθελοντικής αιμοδοσίας. Η ΕΟΘΑ υπογραμμίζει ότι μια χώρα με 4.000 πολυμεταγγιζόμενους ασθενείς και διαρκές πρόβλημα αυτάρκειας αίματος, η μετατόπιση αυτή θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη θεραπεία των ασθενών.
Κίνδυνος για την ασφάλεια του αίματος
Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι η οικονομική αποζημίωση ενδέχεται να πλήξει την αξιοπιστία του ιατρικού ιστορικού των δοτών, καθώς το οικονομικό κίνητρο μπορεί να τους ωθήσει σε απόκρυψη πληροφοριών κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου. Παράλληλα, σημειώνει ότι ο κίνδυνος χαλάρωσης των ελέγχων στα ιδιωτικά κέντρα είναι ακόμη μια κρίσιμη παράμετρος.
Ηθικές ενστάσεις
Η Ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι το πλάσμα είναι ανθρώπινος ιστός και η συλλογή του δεν πρέπει να μετατραπεί σε εμπορική πράξη. Η αμειβόμενη πλασματοδότηση, τονίζουν οι θαλασσαιμικοί, αντιβαίνει στις αρχές της εθελοντικής αιμοδοσίας, που αποτελούν θεμέλιο της δημόσιας υγείας.
Αναποτελεσματικό μοντέλο
Η μαζική συλλογή πλάσματος από μόνη της δεν είναι αρκετή για να διασφαλίσει την εγχώρια παραγωγή φαρμάκων. Όπως σημειώνει η ΕΟΘΑ, σε χώρες όπου έχει εφαρμοστεί αυτό το σύστημα, το πλάσμα συχνά εξάγεται, ενώ οι ίδιες παραμένουν εξαρτημένες από εισαγωγές φαρμάκων. Αυτό, κατά την Ομοσπονδία, καταδεικνύει ότι η εμπορική αξιοποίηση του πλάσματος, ακόμη και όταν αυξάνει την προσφορά, δεν εγγυάται την κάλυψη των θεραπευτικών αναγκών, θέτοντας εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του μοντέλου.
Οι προτάσεις της ΕΟΘΑ
Η ΕΟΘΑ προτείνει τη θωράκιση και ενίσχυση του δημόσιου συστήματος αιμοδοσίας, χωρίς αμοιβές και χωρίς ιδιωτική συμμετοχή. Βασικό σημείο της πρότασής της είναι η Κεντρική Διαχείριση Αίματος, που ξεκίνησε το 2024 και στοχεύει στον συντονισμό όλων των δομών αιμοδοσίας της χώρας. Η Ομοσπονδία εκτιμά ότι, μέσα από αυτό το πλαίσιο:
- μπορεί να επιτευχθεί επαρκής συλλογή πλάσματος,
- να αξιοποιηθεί σωστά το πλάσμα που σήμερα καταλήγει να απορρίπτεται,
- να εξασφαλιστεί ηθική, ασφαλής και διαφανής διαχείριση του υλικού, σε συνεργασία με έμπειρους δημόσιους ή διεθνείς φορείς, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν με τον Ελβετικό Ερυθρό Σταυρό και την ολλανδική Sanquin.
Σημαντικό διακύβευμα για τη δημόσια υγεία και τους ασθενείς
Η συζήτηση για τη συλλογή πλάσματος και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής επάρκειας σε φάρμακα από πλάσμα αναδεικνύει μια ευρύτερη πρόκληση: πώς μπορεί ένα σύστημα υγείας να εξασφαλίσει τα απαραίτητα φάρμακα για τους ασθενείς του, χωρίς να διαταράξει θεμελιώδεις αρχές όπως η εθελοντική προσφορά, η ηθική διαχείριση ανθρώπινων ιστών και η ασφάλεια της αιμοδοσίας.
Το μοντέλο που εφαρμόζεται σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, με αποζημίωση των δοτών πλάσματος και συμμετοχή ιδιωτικών φορέων, αποδίδει εντυπωσιακούς αριθμούς σε επίπεδο συλλογής, αλλά δεν φαίνεται να εγγυάται αυτόματα και την αυτάρκεια σε φάρμακα. Ταυτόχρονα, θέτει κρίσιμα ερωτήματα για την επίδρασή του στην εθελοντική αιμοδοσία και τη συνοχή των δημόσιων συστημάτων υγείας.
Η Ελλάδα, με εξαιρετική παράδοση στον εθελοντισμό, αντιμετωπίζει διαχρονικά προβλήματα επάρκειας σε αίμα. Στο θέμα του πλάσματος, η πρόκληση εντοπίζεται κυρίως στην απουσία οργανωμένου πλαισίου αξιοποίησής του για την παραγωγή φαρμάκων και όχι στη θέσπιση οικονομικών κινήτρων για τους δότες που αποτελεί μια αμφιλεγόμενη λύση. Αυτό που απαιτείται είναι εθνικός σχεδιασμός, ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο δημόσιο σύστημα, αξιοποίηση των υπαρχόντων πόρων και καλύτερος συντονισμός.
Όπως υπενθυμίζει η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας, το πλάσμα είναι πρώτα απ’ όλα ανθρώπινος ιστός, όχι απλώς πρώτη ύλη. Και η διαχείρισή του οφείλει να διέπεται από αρχές που διασφαλίζουν όχι μόνο την επάρκεια, αλλά και την αξιοπιστία και την ακεραιότητα του συστήματος.









































