Δρεπανοκυτταρική Αναιμία και Ψυχική Νόσος
Σήµερα γνωρίζουμε ότι οι περισσότερες ασθένειες, ψυχικές και σωματικές, επηρεάζονται από ένα συνδυασμό βιολογικών ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.
Η σχέση μεταξύ των ψυχικών και σωματικών διαταραχών είναι σύνθετη και αμφίδρομη και δρα μέσω πολλαπλών οδών. Αυτή είναι μια ουσιώδης εξέλιξη. Η σωματική και η ψυχική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Επιστημονικά στοιχεία από το πεδίο της συµπεριφορικής ιατρικής έχουν δείξει την θεμελιώδη σχέση μεταξύ ψυχικής και σωματικής υγείας. Η δυσλειτουργία στον έναν τομέα, οδηγεί σε δυσλειτουργία και στον άλλο, ώστε να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αναπηρίας και απόγνωσης.
Ο τρόπος που κάθε ασθενής θα αντιδράσει εξαρτάται από την φύση της νόσου, την χρονιότητά της και κυρίως από την προσωπικότητα του ασθενούς.
Η Δρεπανοκυτταρική Νόσος είναι η πιο συχνή κληρονομούμενη ασθένεια του αίματος και η πρώτη νόσος για την οποία προσδιορίστηκε στο μοριακό επίπεδο η υποκείμενη γενετική βλάβη.
Η χρονιότητα της νόσου και οι συχνές νοσηλείες για επώδυνη κρίση, χρόνιο πόνο ή άλλες επιπλοκές συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στη διαμόρφωση ψυχικών διαταραχών, επηρεάζουν την ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα και οδηγούν σε υποβαθμισμένη ποιότητας ζωής. Ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια και ο ασθενής συμβιβάζονται και βιώνουν την ασθένεια και την θεραπεία, έχει σημαντική επίδραση στην ζωή των ασθενών αυτών. Βέβαια, παίζουν σημαντικό ρόλο η ψυχολογική υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον του ασθενούς, οι φιλικές και κοινωνικές σχέσεις του, καθώς και η κατάλληλη εξειδικευμένη θεραπευτική αντιμετώπιση του με απώτερο στόχο, την γενική αποδοχή της ασθένειάς του, τη συμμόρφωσή του στη μακρόχρονη θεραπεία και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του.
Η Δρεπανοκυτταρική νόσος διαφέρει από τις περισσότερες νόσους με χρόνιο άλγος, καθώς είναι νόσος γενετική. Τα συμπτώματά της ξεκινούν στην παιδική ηλικία, συνεχίζονται σε όλη τους τη ζωή, με αποτέλεσμα να έχουν μικρότερη επιβίωση. Από διάφορες μελέτες φαίνεται, ότι ο επιπολασμός της κατάθλιψης είναι σε υψηλότερα ποσοστά από αυτά του γενικού πληθυσμού με διακύμανση από 18-44% ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και άλλες παραμέτρους. Αμερικανική μελέτη του 2007 ανέδειξε ποσοστά κατάθλιψης στους ασθενείς με Δρεπανοκυτταρική νόσο της τάξης του 27,6% και σε ποσοστά 18,8% αναδείχτηκε σε μελέτη Ελλήνων πασχόντων με ΔΝ .
Η ανάπτυξη των συχνότερων και σημαντικότερων ψυχιατρικών προβλημάτων του άγχους και της κατάθλιψης, εξαρτώνται από την προσωπικότητα και την προσαρμοστικότητα του ίδιου του ασθενούς, από την ύπαρξη κατάλληλου υποστηρικτικού δικτύου και από την σωστή προσέγγιση της θεραπευτικής ομάδας σε όλες τις διαστάσεις της ζωής του.
Η κατάθλιψη που σχετίζεται με την Δρεπανοκυτταρική αναιμία έχει θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα του χρόνιου πόνου και άλλων συμπτωμάτων της ασθένειας. Πολλά από τα συμπτώματα της κατάθλιψης περιλαμβάνουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, αισθήματα ανεπάρκειας και κατωτερότητας, εξάντληση, αϋπνία, ανορεξία και απώλεια βάρους. Συχνά συνοδεύουν τον χρόνιο πόνο και τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια πόνου. Η μελέτη PiSCES ανέδειξε ποσοστό κατάθλιψης στους ενήλικες 27,6%, και ποσοστό αγχώδους διαταραχής 6,5% .
Οι καταθλιπτικοί πάσχοντες ανέφεραν πόνο σε στατιστικά σημαντικότερο αριθμό ημερών από τους μη καταθλιπτικούς και μεγαλύτερη ένταση πόνου και περισσότερες θέσεις προσβολής από τους μη καταθλιπτικούς. Επίσης, οι καταθλιπτικοί πάσχοντες, σε ημέρα που δεν βρίσκονταν σε κρίση, ανέφεραν περισσότερο πόνο, μεγαλύτερη δυσφορία και μεγαλύτερη παρεμπόδιση των δραστηριοτήτων τους λόγω του πόνου. Οι καταθλιπτικοί και οι αγχώδεις ασθενείς είχαν χαμηλότερη ποιότητα ζωής σε όλους τους τομείς.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών στους χρόνιους ασθενείς πρέπει να βασίζεται σε κατάλληλα οργανωμένα κέντρα μέσα στην κοινότητα. Η διάγνωση και η έναρξη θεραπείας να γίνεται έγκαιρα και άμεσα με τη βοήθεια διεπιστημονικής ομάδας.
Η λειτουργία της διεπιστημονικής ομάδας πρέπει να στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές: στον συντονισμό, στην επικοινωνία και την κοινή ευθύνη.
Η φροντίδα υγείας που στηρίζεται στη συνεργασία διαφορετικών επιστημόνων, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους τέσσερις βασικούς πυλώνες για αποτελεσματική διεπιστημονική εργασία, μαζί με τις αξίες, τις ηθικές αρχές, τους ρόλους, τις ευθύνες και την επικοινωνία.









































