Εγκρίθηκε στην Ευρώπη νέο θεραπευτικό σχήμα για τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης

Ο μυοδιηθητικός καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι μια επιθετική μορφή της νόσου, η οποία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υποτροπής και εξέλιξης. Για τους ασθενείς με εξαιρέσιμο όγκο που είναι κατάλληλοι για σισπλατίνη, το καθιερωμένο πρότυπο θεραπείας περιλαμβάνει νεοεπικουρική χημειοθεραπεία με βάση τη σισπλατίνη και στη συνέχεια ριζική κυστεκτομή. Η θεραπευτική αυτή προσέγγιση έχει αποδειχθεί ότι παρατείνει την επιβίωση.

Ωστόσο, έως και οι μισοί ασθενείς με εξαιρέσιμο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης δεν θεωρούνται κατάλληλοι για χημειοθεραπεία με σισπλατίνη και μέχρι σήμερα είχαν περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές, καθώς συνήθως υποβάλλονταν μόνο σε χειρουργική επέμβαση.

Σημαντική θεραπευτική εξέλιξη για αυτούς τους ασθενείς αποτελεί η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του συνδυασμού πεμπρολιζουμάμπης (pembrolizumab) και enfortumab vedotin ως νεοεπικουρικής θεραπείας, η οποία συνεχίζεται μετά τη ριζική κυστεκτομή ως επικουρική θεραπεία.

Η έγκριση αφορά ενήλικες με εξαιρέσιμο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης που δεν είναι κατάλληλοι για χημειοθεραπεία που περιέχει σισπλατίνη και ακολούθησε τη θετική γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 21 Μαΐου 2026 η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων. Ο ίδιος συνδυασμός είχε ήδη εγκριθεί στις 21 Νοεμβρίου 2025 από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ για την ίδια ένδειξη.

Με τη νέα ένδειξη, η πεμπρολιζουμάμπη με enfortumab vedotin αποτελεί την πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη περιεγχειρητική θεραπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση που συνδυάζει έναν αναστολέα PD-1 με ένα συζευγμένο αντίσωμα-φάρμακο (ADC) για τη συγκεκριμένη ομάδα ασθενών.

Η πεμπρολιζουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που αναστέλλει την αλληλεπίδραση του υποδοχέα PD-1 με τους συνδέτες του, PD-L1 και PD-L2, ενισχύοντας την αντικαρκινική ανοσολογική απόκριση. Το enfortumab vedotin είναι ένα συζευγμένο αντίσωμα-φάρμακο που στοχεύει τη Nectin-4, μια πρωτεΐνη προσκόλλησης η οποία εκφράζεται σε υψηλά επίπεδα στην επιφάνεια των κυττάρων του ουροθηλιακού καρκίνου.

Η έγκριση περιλαμβάνει και την υποδόρια μορφή της πεμπρολιζουμάμπης. Στη νεοεπικουρική φάση χορηγούνται τρεις δόσεις των 395 mg κάθε τρεις εβδομάδες. Μετά τη ριζική κυστεκτομή, η επικουρική θεραπεία συνεχίζεται είτε με 14 δόσεις των 395 mg κάθε τρεις εβδομάδες είτε με επτά δόσεις των 790 mg κάθε έξι εβδομάδες. Η δόση των 395 mg χορηγείται υποδορίως σε ένα λεπτό και εκείνη των 790 mg σε δύο λεπτά, έναντι περίπου 30 λεπτών που απαιτούνται για την ενδοφλέβια έγχυση.

Η υποδόρια χορήγηση είναι ταχύτερη από την ενδοφλέβια έγχυση και μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία ως προς το περιβάλλον στο οποίο λαμβάνεται η θεραπεία, καθώς και να απλοποιήσει τη διαδικασία, ιδιαίτερα για ασθενείς με δύσκολη φλεβική προσπέλαση.

 

Τα δεδομένα της μελέτης KEYNOTE-905

Η έγκριση βασίστηκε στα αποτελέσματα της ανοικτής, τυχαιοποιημένης, πολυκεντρικής μελέτης Φάσης 3 KEYNOTE-905, γνωστής και ως EV-303. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο ESMO 2025 και δημοσιεύθηκαν στο New England Journal of Medicine. Η μελέτη περιλάμβανε τρία σκέλη, ενώ η σύγκριση των σκελών Β και C, στην οποία βασίστηκε η νέα ένδειξη, αφορούσε 344 ασθενείς με μη προθεραπευμένο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης, οι οποίοι ήταν υποψήφιοι για ριζική κυστεκτομή και πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό, αλλά είτε δεν ήταν κατάλληλοι είτε είχαν αρνηθεί να λάβουν χημειοθεραπεία με βάση τη σισπλατίνη.

Στο σκέλος του συνδυασμού, 170 ασθενείς έλαβαν πριν από τη χειρουργική επέμβαση τρεις κύκλους πεμπρολιζουμάμπης 200 mg την πρώτη ημέρα και enfortumab vedotin 1,25 mg/kg την πρώτη και την όγδοη ημέρα κάθε κύκλου 21 ημερών.

Μετά τη ριζική κυστεκτομή και τον πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό, η πεμπρολιζουμάμπη συνεχίστηκε ανά τρεις εβδομάδες για 14 κύκλους, ενώ το enfortumab vedotin χορηγήθηκε παράλληλα κατά τους πρώτους έξι κύκλους. Οι υπόλοιποι 174 ασθενείς υποβλήθηκαν άμεσα σε ριζική κυστεκτομή και πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό, χωρίς περιεγχειρητική συστηματική θεραπεία. Στη μελέτη και οι δύο θεραπείες χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως.

Σε σύγκριση με όσους υποβλήθηκαν σε ριζική κυστεκτομή και πυελικό λεμφαδενικό καθαρισμό χωρίς περιεγχειρητική συστηματική θεραπεία, οι ασθενείς που έλαβαν το περιεγχειρητικό θεραπευτικό σχήμα παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά και κλινικά ουσιαστικά καλύτερα αποτελέσματα ως προς την επιβίωση χωρίς συμβάντα (EFS), τη συνολική επιβίωση (OS) και το ποσοστό πλήρους παθολογικής ανταπόκρισης (pCR).

Κατά την ανάλυση, η διάμεση επιβίωση χωρίς συμβάντα δεν είχε ακόμη επιτευχθεί στην ομάδα του συνδυασμού, ενώ ήταν 15,7 μήνες στην ομάδα που υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χωρίς περιεγχειρητική συστηματική θεραπεία. Ο λόγος κινδύνου ήταν 0,40, που αντιστοιχεί σε μείωση κατά 60% του κινδύνου εμφάνισης συμβάντος της EFS. Στα συμβάντα περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η εξέλιξη της νόσου που απέκλειε τη ριζική κυστεκτομή, η μη πραγματοποίηση της επέμβασης σε ασθενείς με υπολειμματική μυοδιηθητική νόσο, η μακροσκοπικά υπολειμματική νόσος κατά τη χειρουργική επέμβαση, η τοπική ή απομακρυσμένη υποτροπή και ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία. Αντίστοιχα, η διάμεση συνολική επιβίωση δεν είχε ακόμη επιτευχθεί στην ομάδα του συνδυασμού, ενώ ήταν 41,7 μήνες στην ομάδα που υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χωρίς περιεγχειρητική συστηματική θεραπεία. Ο λόγος κινδύνου ήταν 0,50, που αντιστοιχεί σε μείωση κατά 50% του κινδύνου θανάτου.

Στα δύο έτη, το εκτιμώμενο ποσοστό των ασθενών που παρέμεναν χωρίς συμβάν ήταν 74,7% στην ομάδα του συνδυασμού, έναντι 39,4% στην ομάδα που υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χωρίς περιεγχειρητική συστηματική θεραπεία. Αντίστοιχα, το εκτιμώμενο ποσοστό συνολικής επιβίωσης στα δύο έτη ήταν 79,7% έναντι 63,1%.

Πλήρης παθολογική ανταπόκριση καταγράφηκε στο 57,1% των ασθενών που έλαβαν τον συνδυασμό, έναντι 8,6% στην ομάδα που υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση χωρίς περιεγχειρητική συστηματική θεραπεία.

Ο καθηγητής Christof Vulsteke, επικεφαλής του Integrated Cancer Center του Ghent (IKG) και της Μονάδας Κλινικών Μελετών Ογκολογίας της Γάνδης και κύριος ερευνητής της KEYNOTE-905, εξηγεί ότι οι ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για χημειοθεραπεία με σισπλατίνη αντιμετωπίζουν μια επιθετική νόσο και έχουν περιορισμένες αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές, ενώ η χειρουργική επέμβαση αποτελούσε διαχρονικά το πρότυπο φροντίδας για αυτή την ομάδα ασθενών.

Ο Christof Vulsteke επισημαίνει ότι τα ισχυρά δεδομένα της KEYNOTE-905 αναδεικνύουν τη σημασία της νέας έγκρισης, την οποία χαρακτηρίζει «σημείο καμπής» στη θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Όπως αναφέρει, η νέα περιεγχειρητική επιλογή έχει τη δυνατότητα «να μεταβάλει την καθιερωμένη κλινική πρακτική, η οποία μπορεί να βελτιώσει σημαντικά τα θεραπευτικά αποτελέσματα και να παρατείνει την επιβίωση για αυτόν τον υποεξυπηρετούμενο πληθυσμό ασθενών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Η ευρωπαϊκή έγκριση καλύπτει ένα σημαντικό θεραπευτικό κενό για τους ασθενείς με εξαιρέσιμο μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης που δεν μπορούν να λάβουν σισπλατίνη. Με βάση τα αποτελέσματα της KEYNOTE-905, η νέα περιεγχειρητική προσέγγιση διευρύνει τις διαθέσιμες επιλογές πριν και μετά τη ριζική κυστεκτομή, προσφέροντας σημαντικό όφελος ως προς τον έλεγχο της νόσου και την επιβίωση.