Έξι ερυθροσταυρίτισσες θύματα του ορατού εχθρού, εμπνέουν τους εθελοντές που παλεύουν με τον αόρατο εχθρό!
Συνήθης είναι πλέον η εικόνα των εθελοντών και των εθελοντριών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που εξορμούν στα νοσοκομεία της χώρας και με κάθε τρόπο στηρίζουν τις προσπάθειες των λειτουργών υγείας που μάχονται τις τελευταίες εβδομάδες με τον αόρατο εχθρό, τον ιό Covid-19 και την πανδημία που έχει προκαλέσει.
Οι μεγαλύτεροι όμως, όσοι διατηρούν μνήμες από παλαιότερες περιπέτειες της πατρίδας μας, όχι μόνο δεν εκπλήσσονται αλλά προσδοκούν στην βοήθεια του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού καθώς θυμούνται τους προγόνους των σημερινών εθελοντών να προσφέρουν με αντίστοιχο ενθουσιασμό και αυταπάρνηση κατά την επίθεση άλλων, ορατών, αλλά εξίσου επικίνδυνων εχθρών.
Σαν σήμερα, Πάσχα του 1941, έξι αδελφές νοσοκόμες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, αψηφώντας το θάνατο, συνέχισαν να υπηρετούν τα πανανθρώπινα ιδεώδη του Ερυθρού Σταυρού, στο στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, μέχρι που ο βομβαρδισμός του από τους Γερμανούς έκοψε το νήμα της ζωής τους.
Παραθέτουμε γλαφυρό απόσπασμα της Ελένης Βραχνή (Νοσηλεύτριας) από το περιοδικό «η Δράσις μας», το οποίο αξίζει να διαβαστεί απ’ όλους τους ερυθροσταυρίτες και τις ερυθροσταυρίτισσες:
«…Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 1941. Οι αδελφές καλημερίζουν με το «Χριστός Ανέστη» και με το χαμόγελο στο στόμα, προσπαθώντας να κρύψουν το φόβο τους. Το διαισθάνονται πως κάτι κακό θα συμβεί. Όμως δεν αφήνουν την ανησυχία να τους κλέψει την αναστάσιμη χαρά τους.
Οι Γερμανοί όμως δεν μπορούν να νιώσουν αυτή την αναστάσιμη χαρά. Τα στούκας σφυρίζουν, το αίμα τους ξυπνάει τα αίματα.
Το μεσημέρι με μανία πρωτόγνωρη, άρχισαν να εξαπολύουν βόμβες προς το νοσοκομείο. Ο καθηγητής Κοντιάδης διατάσσει τις αδελφές να κατεβούν στο καταφύγιο. Αυτές αρνούνται, γιατί θα έπρεπε να αφήσουν μόνους τους χειρουργημένους τους. Οι αδελφές μένουν και… ΜΕΝΟΥΝ εκεί για πάντα. Το ξαφνικό βρήκε τους γιατρούς να χειρουργούν, τις αδελφές εμπρός στο τραπεζάκι με τα εργαλεία, τους τραυματίες ναρκωμένους και εκείνες τις καημένες που δίπλωναν τις γάζες!
Κρότος φοβερός τραντάζει το οικοδόμημα. Τα φώτα σβήνουν. Τα τζάμια σπάζουν, φοβερός καπνός, πηκτή μαύρη σκόνη που πνίγει. Στον καταχθόνιο κρότο, νεκρική σιγή ακολουθεί. Αρκετοί τραυματίες μαζί με τον ιατρό καθηγητή Ξενοφώντα Κοντιάδη, τους βοηθούς χειρουργούς, και έξι επώνυμες αδελφές, (σύνολο πενήντα επτά άτομα) δεν υπήρχαν πλέον στη ζωή αυτή. Αναγνωρίσθηκαν από ένα δακτυλίδι, από ένα κέντημα, από ένα σήμα. Ο,τι απόμεινε από τα σώματά τους έχει ταφεί στο νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου των Κοπάνων στα Γιάννενα, σε έναν κοινό ολομάρμαρο τάφο.
Τρεις διπλωματούχες και τρεις εθελόντριες αδελφές έφυγαν για την αιωνιότητα σ’ εκείνον τον τραγικό βομβαρδισμό. Η Ελένη Παρασκευοπούλου, παλαίμαχος Προϊσταμένη Αδελφή, διευθύνουσα των Αδελφών της Βασεως Ηπείρου, ετών πενήντα επτά (57). Η Καλλιόπη Γιουλούντα, διευθύνουσα του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου, ετών 30. Η Ελένη Καλογερίδου, διπλωματούχος αδελφή, ετών 20. Η Λουκία Κυριακού, ετών 35, η Ελένη Μητροπούλου ετών 30 και η Ελένη Τσάλλη, δόκιμη διαιτολόγος αδελφή, ετών 60. Και μαζί με αυτές μια έβδομη άγνωστη αδελφή, μια έφηβη Γιαννιώτισσα δεκαεπτά (17) χρονών, που έχοντας συγκλονιστεί από το έργο των αδελφών, ερχόταν κάθε πρωί από το σπίτι της να προσφέρει κι αυτή ό,τι μπορούσε.
... Η προσφορά τους, θα εμπνέει πάντα τον ηρωισμό σε όλες τις νεότερες, κάνοντας αλησμόνητο και μοναδικό εκείνο το καταματωμένο Πάσχα, το Πασχα του 1941».









































