Οι ασθενείς με καρκίνο ωοθηκών ζητούν διόρθωση της υπουργικής απόφασης για τον βιοδείκτη HRD
Η αποζημίωση των βιοδεικτών στην ογκολογία βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο των αιτημάτων της επιστημονικής κοινότητας και των συλλόγων ασθενών. Οι μοριακές εξετάσεις που καθοδηγούν την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας έχουν πλέον κεντρικό ρόλο στη σύγχρονη αντιμετώπιση του καρκίνου, όμως η ένταξή τους στο δημόσιο σύστημα αποζημίωσης άργησε να ακολουθήσει τις εξελίξεις της κλινικής πράξης.
Το φθινόπωρο του 2025, η υπουργική απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5627/20.10.2025 αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα, καθώς πρόσθεσε νέες εξετάσεις βιοδεικτών στις αποζημιούμενες διαγνωστικές πράξεις. Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται και ο βιοδείκτης HRD για τις ασθενείς με καρκίνο ωοθηκών, μια εξέταση που θεωρείται απαραίτητη για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας συντήρησης σε γυναίκες με προχωρημένη νόσο.
Ωστόσο, ο Σύλλογος «Εριφύλη»-Πρωτοβουλία Ασθενών με Γυναικολογικό Καρκίνο, υποστηρίζει ότι το θετικό αυτό βήμα κινδυνεύει να ακυρωθεί στην πράξη και με επιστολή του προς τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, ζητά την άμεση διόρθωση της απόφασης. Η ένσταση του Συλλόγου δεν αφορά την αποζημίωση του HRD, αλλά τον τρόπο εφαρμογής της, καθώς, όπως υποστηρίζει, η απόφαση περιλαμβάνει προβληματικές διατυπώσεις για τη μέθοδο ελέγχου, τον χρόνο διενέργειας της εξέτασης και τις ασθενείς που τη δικαιούνται.
Γιατί είναι κρίσιμος ο έλεγχος HRD
Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μία από τις πιο δύσκολες μορφές γυναικολογικού καρκίνου, καθώς συχνά διαγιγνώσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Η δυσκολία έγκαιρης αναγνώρισης των συμπτωμάτων είναι ο λόγος για τον οποίο συχνά η νόσος χαρακτηρίζεται «σιωπηλός δολοφόνος», ενώ οι ασθενείς αντιμετωπίζουν και υψηλό κίνδυνο υποτροπής.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο έλεγχος του βιοδείκτη HRD, δηλαδή της ανεπάρκειας του ομόλογου ανασυνδυασμού, έχει καθοριστική σημασία. Πρόκειται για εξέταση που μπορεί να δείξει ποιες γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο ωοθηκών είναι πιθανό να ωφεληθούν από συγκεκριμένη στοχευμένη θεραπεία συντήρησης, η οποία ήδη αποζημιώνεται από το ελληνικό κράτος.
Στην επιστολή του Συλλόγου αναφέρεται ότι περίπου οι μισές γυναίκες που διαγιγνώσκονται με καρκίνο ωοθηκών μπορεί να φέρουν μεταλλάξεις στα BRCA1/2 ή και γονιδιωματική αστάθεια, γεγονός που τις καθιστά δυνητικά υποψήφιες για θεραπεία με αναστολείς PARP.
Η εξέταση, επομένως, συνδέεται άμεσα με την επιλογή θεραπείας, καθώς βοηθά τον ογκολόγο να αποφασίσει αν μια ασθενής είναι κατάλληλη για θεραπεία συντήρησης με τον αναστολέα PARP olaparib σε συνδυασμό με bevacizumab, μετά την αρχική θεραπευτική αντιμετώπιση.
Τα τρία σημεία που αμφισβητεί ο Σύλλογος
Στην επιστολή της προς το Υπουργείο Υγείας, η «Εριφύλη» αναγνωρίζει ότι η ένταξη του HRD στις αποζημιούμενες εξετάσεις αποτελεί θετική εξέλιξη. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η απόφαση χρειάζεται διόρθωση σε τρία κρίσιμα σημεία, ώστε η εξέταση να μπορεί να αξιοποιηθεί σωστά στην κλινική πράξη.
Το πρώτο αφορά τη μεθοδολογία. Σύμφωνα με τον Σύλλογο, στο ΦΕΚ αναφέρεται ως μέθοδος ελέγχου το SNP-arrays, επιλογή που, όπως υποστηρίζει η «Εριφύλη», δεν αποτελεί την ενδεδειγμένη μέθοδο αναφοράς για τον συγκεκριμένο έλεγχο και δεν διασφαλίζει την απαιτούμενη αξιοπιστία. Ο Σύλλογος επισημαίνει ότι ο έλεγχος πρέπει να γίνεται με NGS, δηλαδή αλληλούχιση επόμενης γενιάς, σε υλικό από τον όγκο, ώστε να ανιχνεύονται τόσο οι μεταλλάξεις στα BRCA1/2 όσο και η γονιδιωματική αστάθεια.
Το δεύτερο αφορά τον χρόνο διενέργειας της εξέτασης. Ο Σύλλογος υπογραμμίζει ότι η χρησιμότητα του HRD εντοπίζεται στην αρχική διάγνωση της προχωρημένης νόσου και, πρακτικά, αμέσως μετά το χειρουργείο, όταν υπάρχει επαρκές υλικό ιστού. Σε εκείνο το στάδιο πρέπει να ληφθεί η θεραπευτική απόφαση που θα καθορίσει τη συνέχεια της φροντίδας.
Το τρίτο σημείο αφορά τα κριτήρια των ασθενών που δικαιούνται την εξέταση. Η «Εριφύλη» υποστηρίζει ότι η διατύπωση της απόφασης δεν συμβαδίζει με τα θεραπευτικά πρωτόκολλα, καθώς ο έλεγχος έχει νόημα σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει πλήρη ή μερική ανταπόκριση στην πρώτη γραμμή χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα σε συνδυασμό με bevacizumab, και όχι σε ασθενείς χωρίς ανταπόκριση.
Τι ζητά ο Σύλλογος από το Υπουργείο Υγείας
Με βάση αυτές τις ενστάσεις, ο Σύλλογος «Εριφύλη» ζητά από το Υπουργείο Υγείας να προχωρήσει σε άμεση διόρθωση της απόφασης, ώστε ο έλεγχος του HRD να μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό εργαλείο θεραπευτικής καθοδήγησης για τις ασθενείς με καρκίνο ωοθηκών. Ειδικότερα, ζητά:
- Η εξέταση να πραγματοποιείται έγκαιρα, αμέσως μετά τη διάγνωση και τη χειρουργική επέμβαση, ώστε να μπορεί να καθοδηγεί τη θεραπευτική απόφαση από την αρχή
- Να χρησιμοποιείται η ενδεδειγμένη μεθοδολογία, με έλεγχο στον ιστό του όγκου και με τη μέθοδο NGS
- Η εξέταση να γίνεται σε πιστοποιημένα εργαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων
- Τα κριτήρια για τις ασθενείς που δικαιούνται την εξέταση να ευθυγραμμιστούν με την κλινική πράξη και τις διεθνείς οδηγίες
- Να επανεξεταστεί η κοστολόγηση της εξέτασης, με βάση το Consensus για τους Βιοδείκτες της ΕΟΠΕ του Ιουνίου 2024
Παράλληλα, στην επιστολή του ο Σύλλογος επισημαίνει ότι στο ΦΕΚ ο HRD εμφανίζεται με τιμή αποζημίωσης 870 ευρώ, ενώ από τα διαγνωστικά προγράμματα που συντόνισε η ΕΟΠΕ για το HRD, με χρήση πιστοποιημένων τεστ, προέκυψε ότι το συνολικό κόστος της εξέτασης μπορεί να οριστεί περίπου στα 1.400 ευρώ. Σύμφωνα με την «Εριφύλη», η διαφορά αυτή έχει άμεση σημασία για τις ασθενείς, καθώς η ανεπαρκής κοστολόγηση μπορεί να δυσκολέψει την πραγματική πρόσβαση σε αξιόπιστο και ποιοτικά διασφαλισμένο έλεγχο. Για τον Σύλλογο, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αποζημιώνεται η εξέταση, αλλά να αποζημιώνεται με τρόπο που επιτρέπει τη σωστή διενέργειά της.
«Ζητάμε το αυτονόητο»
Η παρέμβαση του Συλλόγου συνοδεύεται και από επιστημονική τεκμηρίωση. Εκτός από το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου «Εριφύλη», την επιστολή υποστηρίζουν έγκριτοι επιστήμονες με εξειδίκευση στη γυναικολογική ογκολογία και τη γενετική. Παράλληλα, η επιστολή περιλαμβάνει παραπομπές σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά δεδομένα, οδηγίες και δημοσιεύσεις για τον ρόλο του HRD και των PARP αναστολέων στον καρκίνο των ωοθηκών.
Η Μαρία Παπαγεωργίου, Πρόεδρος του Συλλόγου «Εριφύλη», τονίζει ότι το ζήτημα δεν αφορά «μια τυπική διαγνωστική εξέταση», αλλά «ένα εργαλείο που καθορίζει ποια γυναίκα θα πάρει τη θεραπεία που μπορεί να της σώσει τη ζωή». Όπως επισημαίνει, η Πολιτεία έκανε ένα σημαντικό βήμα με την αποζημίωση του HRD, ωστόσο το όφελος αυτό μπορεί να χαθεί εάν δεν διορθωθούν άμεσα τα λάθη στην εφαρμογή.
Η κ. Παπαγεωργίου υπογραμμίζει ακόμη ότι το αίτημα του Συλλόγου είναι οι ασθενείς να έχουν πραγματική πρόσβαση στη σωστή διάγνωση και στη σωστή θεραπεία, τη στιγμή που τη χρειάζονται. «Οι γυναίκες αυτές, με προχωρημένο καρκίνο των ωοθηκών, θέλουν να ζήσουν και να είναι ενεργά μέλη της κοινωνίας μας και κοντά στους αγαπημένους τους ανθρώπους. Θέλουν να δουν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν», αναφέρει η Πρόεδρος του Συλλόγου «Εριφύλη».
Η παρέμβαση της «Εριφύλης» αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο για την ογκολογική φροντίδα στην Ελλάδα. Η αποζημίωση ενός βιοδείκτη έχει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από σωστή μεθοδολογία, σαφή κριτήρια και εφαρμογή που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κλινικής πράξης. Στην περίπτωση του HRD, η διόρθωση της απόφασης αφορά την ουσιαστική πρόσβαση των γυναικών με προχωρημένο καρκίνο ωοθηκών στη σωστή εξέταση, τη σωστή στιγμή, ώστε να μη χαθεί η ευκαιρία για την κατάλληλη εξατομικευμένη θεραπεία.









































