Οι Φυσικοθεραπευτές αντιδρούν στον αποκλεισμό από τα μέτρα ελάφρυνσης των υποχρεωτικών επιστροφών

Η πρόσφατη απόφαση των Υπουργείων Οικονομικών και Υγείας να ενισχύσουν τον ΕΟΠΥΥ με 30 εκατομμύρια ευρώ για την αποπληρωμή παλαιών οφειλών προς συμβεβλημένους παρόχους υγείας αποτελεί μια θετική, αλλά επιλεκτική παρέμβαση. Η χρηματοδότηση αφορά αποκλειστικά τα διαγνωστικά κέντρα, αφήνοντας εκτός το σύνολο των συμβεβλημένων φυσικοθεραπευτών — έναν κλάδο που υπόκειται στο ίδιο σύστημα υποχρεωτικών επιστροφών (rebate και clawback) και έχει υποστεί, τα τελευταία δώδεκα χρόνια, σημαντικές επιβαρύνσεις.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών εκφράζει την έντονη απογοήτευση και αντίδραση του κλάδου, κάνοντας λόγο για κατάφωρη άνιση μεταχείριση. Όπως επισημαίνει, οι 2.800 συμβεβλημένοι φυσικοθεραπευτές του ΕΟΠΥΥ καλούνται επί σειρά ετών να καλύπτουν υπερβάσεις δαπανών μέσω υποχρεωτικών επιστροφών, με την επιβάρυνση για το 2024 να ανέρχεται σε 35 εκατομμύρια ευρώ — ποσό που, σύμφωνα με τον Σύλλογο, καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τους φυσικοθεραπευτές, χωρίς κρατική συμμετοχή.

Σε δήλωσή του, ο Πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών, Πέτρος Λυμπερίδης, κάνει λόγο για κατάφωρη άνιση μεταχείριση των φυσικοθεραπευτών από την Πολιτεία, επισημαίνοντας ότι εδώ και 12 χρόνια ο κλάδος υφίσταται τις συνέπειες των μνημονιακών πολιτικών, επιστρέφοντας ετησίως δεκάδες εκατομμύρια ευρώ στον ΕΟΠΥΥ. Όπως αναφέρει, μόνο για το 2024 η υπέρβαση της δαπάνης φυσικοθεραπείας ανήλθε σε 35 εκατ. ευρώ, ποσό που καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τους συμβεβλημένους φυσικοθεραπευτές. «Όταν οι υποχρεωτικές επιστροφές υπερβαίνουν το βιώσιμο ποσοστό επί των εσόδων, η λειτουργία της επιχείρησης γίνεται αδύνατη», σημειώνει, προσθέτοντας πως υπάρχουν πάροχοι που θα λάβουν κάτω από το 30% των δεδουλευμένων.

Ο κ. Λυμπερίδης, υπογραμμίζει ότι «δεν είναι θέμα διαχείρισης αλλά για οικονομική εξόντωση» και καταλήγει με την αιχμηρή δήλωση: «Οι φυσικοθεραπευτές αντιμετωπίζονται σαν “παιδιά ενός κατώτερου Θεού”, εξαιρούμενοι από τα μέτρα ελάφρυνσης».

Η πραγματικότητα για τους συμβεβλημένους φυσικοθεραπευτές από τον Ιούλιο είναι απολύτως συγκεκριμένη: θα κληθούν να καταβάλλουν πολλαπλές δόσεις για παλαιές και τρέχουσες υποχρεώσεις clawback, με το συνολικό ποσό να κυμαίνεται από 750 έως και 1.150 ευρώ μηνιαίως, ανά περίπτωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Φυσικοθεραπευτών, οι υποχρεώσεις διαμορφώνονται ως εξής:

  • Clawback 2018–2019: 150€ / μήνα (για 120 δόσεις)
  • Clawback 2021: 50€ / μήνα
  • Clawback 2022: 150–250€ / μήνα
  • Clawback (ανείσπρακτο) 2023: 50€ / μήνα
  • Προείσπραξη clawback 2025: 350–650€ / μήνα

Σε αυτά προστίθεται η παρακράτηση φόρου 20% επί της αρχικής αξίας κάθε τιμολογίου, που αφαιρείται απευθείας από τα καταβαλλόμενα ποσά του ΕΟΠΥΥ. Κατά τον Σύλλογο, το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες μικρές μονάδες φυσικοθεραπείας να οδηγούνται σε υπερχρέωση και σταδιακή αδυναμία λειτουργίας.

Σημειώνεται ότι η ανακοίνωση του Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών έρχεται σε μια περίοδο όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η χώρα καταγράφει πρωτογενές πλεόνασμα 5,3 δισ. ευρώ για το πρώτο πεντάμηνο του 2025. Το εύλογο ερώτημα που τίθεται, υπό αυτές τις συνθήκες, είναι γιατί επιλέγεται να αποκλειστεί ένας ολόκληρος κλάδος από ένα μέτρο ανακούφισης που στηρίζεται σε βελτιωμένες δημοσιονομικές δυνατότητες.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Φυσικοθεραπευτών ζητά την άμεση πραγματοποίηση συνάντησης με τον Υπουργό Οικονομικών, προκειμένου να τεθούν επί τάπητος τα προβλήματα του κλάδου. Στο πλαίσιο αυτό, διεκδικεί την κατάργηση του clawback για τις υπηρεσίες φυσικοθεραπείας, την οριστική παραγραφή των παλαιών οφειλών, καθώς και την επαρκή χρηματοδότηση του σχετικού προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των συμβεβλημένων εργαστηρίων.

Το αίτημα για ίση μεταχείριση όλων των παρόχων υγείας που συμμετέχουν στο σύστημα αποζημίωσης του ΕΟΠΥΥ τίθεται, υπό τις παρούσες συνθήκες, ως αντικείμενο εύλογης δημόσιας συζήτησης. Η συμμετοχή των φυσικοθεραπευτών στη δημόσια φροντίδα υγείας, ιδίως στην περιφέρεια και στις χρόνιες παθήσεις, θεωρείται καθοριστική και δεν μπορεί να παραγνωρίζεται σε αποφάσεις που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των συμβεβλημένων παρόχων.