Oliver Bleck: Η φαρμακευτική καινοτομία χρειάζεται πολιτική βούληση και στρατηγικές επενδύσεις
Η αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας δεν κρίνεται μόνο από την έγκριση μιας νέας θεραπείας, αλλά και από το αν η θεραπεία αυτή μπορεί να φτάσει έγκαιρα στον ασθενή. Για να συμβεί αυτό, δεν αρκεί η επιστημονική πρόοδος. Χρειάζεται και πολιτική βούληση που θα διαμορφώσει ένα σταθερό περιβάλλον για την έρευνα και τις επενδύσεις και θα εξασφαλίσει ουσιαστική πρόσβαση στις νέες θεραπείες.
Αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στη φαρμακευτική καινοτομία και στις πολιτικές που επηρεάζουν την έρευνα, τις επενδύσεις και την πρόσβαση των ασθενών ανέδειξε ο Oliver Bleck, Head Europe South της Roche, κατά τη συμμετοχή του στο πάνελ «Europe’s Innovation Crossroads», που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο του 3ου SFEE Summit. Ο διάλογος εστίασε στην πορεία της Ευρώπης στον τομέα της φαρμακευτικής καινοτομίας, στις νομοθετικές πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη και στις αποφάσεις που καλούνται να πάρουν τα κράτη-μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.
Στη συζήτηση, που συντόνισε ο Βασίλης Νέδος, Διπλωματικός και Αμυντικός Συντάκτης στην Καθημερινή, συμμετείχαν επίσης η Nathalie Moll, General Director, South, EFPIA, ο Πάνος Καναβός, Καθηγητής Πολιτικής Υγείας και Διευθυντής του MTRG στο LSE, και ο Cyril Schiever, Senior Vice President, International Strategy της MSD.
Στο πάνελ παρουσιάστηκαν στοιχεία που δείχνουν ότι η Ευρώπη χάνει έδαφος στον διεθνή ανταγωνισμό για τη φαρμακευτική καινοτομία. Το παγκόσμιο μερίδιό της στις επενδύσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη έχει μειωθεί κατά 25%, ενώ ανάλογη υποχώρηση καταγράφεται και στις κλινικές μελέτες, οι οποίες σε σημαντικό βαθμό μεταφέρονται εκτός ευρωπαϊκών συνόρων.
• Πάνος Καναβός, Καθηγητής Πολιτικής Υγείας και Διευθυντής, MTRG, LSE
• Oliver Bleck, Head Europe, South της Roche.
• Cyril Schiever, Senior Vice President (SVP), International Strategy της MSD
• Βασίλης Νέδος, Διπλωματικός και αμυντικός συντάκτης, Καθημερινή
Ο Oliver Bleck αναφέρθηκε στις πρόσφατες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, όπως το Pharma Package και το EU Biotech Act, τις οποίες χαρακτήρισε θετικά βήματα για την απλοποίηση των διαδικασιών. Ωστόσο, επισήμανε ότι η αποσπασματική πρόοδος δεν επαρκεί. Η Ευρώπη, όπως τόνισε, χρειάζεται ένα οικοσύστημα βιοεπιστημών που να στηρίζει την καινοτομία σε όλη τη διαδρομή της, από την ανακάλυψη μέχρι την πρόσβαση των ασθενών στη θεραπεία, ώστε να παραμείνει ελκυστική για επενδύσεις σε ερευνητικά προγράμματα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κ. Bleck περιέγραψε πέντε στρατηγικές προτεραιότητες για την ενίσχυση της φαρμακευτικής καινοτομίας:
- Ισχυρό πλαίσιο πνευματικής ιδιοκτησίας, ώστε να προστατεύεται και να ενθαρρύνεται η καινοτομία
- Ταχύτερο και πιο ευέλικτο ρυθμιστικό περιβάλλον για τις κλινικές μελέτες
- Μεγαλύτερη συνοχή ανάμεσα στις πολιτικές για την υγεία και το περιβάλλον
- Χρηματοδοτικό μηχανισμό που θα αναγνωρίζει την πραγματική συνολική αξία των καινοτόμων θεραπειών
- Εμπορικές πολιτικές που θα στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής φαρμακευτικής καινοτομίας
Για την Ελλάδα, ο κ. Bleck υπογράμμισε ότι οι ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για την ανταγωνιστικότητα πρέπει να αποτυπωθούν και στις εθνικές πολιτικές. Όπως ανέφερε, τα κράτη-μέλη είναι το τελευταίο κρίσιμο στάδιο στην εισαγωγή της καινοτομίας, καθώς σε εθνικό επίπεδο κρίνεται η εφαρμογή των κανόνων και η πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες.
Η καθυστέρηση στην πρόσβαση παραμένει ένα από τα βασικά προβλήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Bleck, ένα φαρμακευτικό προϊόν που εγκρίνεται στις Βρυξέλλες μπορεί να χρειαστεί εκατοντάδες ημέρες μέχρι να φτάσει στον ασθενή. Στην Ελλάδα, ο χρόνος αναμονής φτάνει τις 641 ημέρες, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 597 ημέρες.
Παράλληλα, ο κ. Bleck αναφέρθηκε στα clawbacks, τα οποία στην Ελλάδα παραμένουν τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Όπως τόνισε, η πίεση αυτή απειλεί τη βιωσιμότητα της αγοράς και επηρεάζει την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες. Σύμφωνα με τον δείκτη Patients W.A.I.T. της EFPIA/IQVIA, η πλήρης διαθεσιμότητα των νέων καινοτόμων φαρμάκων για το 2025 υπολογίζεται στο 21%. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μόνο περίπου 1 στα 5 νέα καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας είναι κανονικά διαθέσιμα στους ασθενείς στην Ελλάδα.
Παρά τις δυσκολίες που διαπιστώνονται, ο κ. Bleck αναγνώρισε τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της πολιτείας. Αναφέρθηκε στην υπουργική απόφαση για την απλοποίηση των κλινικών μελετών, στις εξαγγελίες για μέτρα εξορθολογισμού των δαπανών και στην ενίσχυση του μηχανισμού Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας.
Εκτίμησε επίσης ότι η Ελλάδα, χάρη στο υψηλού επιπέδου επιστημονικό της δυναμικό, μπορεί να φτάσει τα 500 εκατομμύρια ευρώ σε επενδύσεις κλινικής έρευνας, με συνολική συνεισφορά περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ στο ΑΕΠ. Ο εκπρόσωπος της Roche επισήμανε ότι για να γίνει αυτό χρειάζεται συνεργασία όλων των φορέων, επανασχεδιασμός της φαρμακευτικής πολιτικής με επαρκή χρηματοδότηση, κατάργηση εμποδίων όπως το κριτήριο 5/11 και συστηματικά κίνητρα για επενδύσεις, μεταξύ των οποίων ο επανακαθορισμός του επενδυτικού clawback.
Ο κ. Bleck συνέδεσε την επόμενη πενταετία με μια καθαρή αλλαγή λογικής στην πολιτική υγείας. Η επιτυχία για την Ευρώπη και την Ελλάδα, ανέφερε, θα κριθεί από την άμεση εφαρμογή πολιτικών που αντιμετωπίζουν τις δαπάνες υγείας ως στρατηγική επένδυση και μειώνουν ουσιαστικά το χρονικό χάσμα στην πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες. «Η Ελλάδα και η Ευρώπη έχουν μπροστά τους μια ξεκάθαρη επιλογή: είτε να αντιμετωπίσουν την καινοτομία στις βιοεπιστήμες ως δημοσιονομικό κόστος, είτε να την αναγνωρίσουν ως τον βασικότερο μοχλό κοινωνικής ευημερίας και οικονομικής ανάπτυξης» τόνισε ο εκπρόσωπος της Roche.





































