Δημοσθένης Σαρηγιάννης: Χρειάζεται Εθνική Στρατηγική για τα δεδομένα του καρκίνου

Η ογκολογία εισέρχεται πλέον σε μια νέα φάση, όπου η διάγνωση και η θεραπεία δεν λειτουργούν αποσπασματικά, αλλά συνδυάζονται μέσα από την αξιοποίηση πολλαπλών δεδομένων – βιολογικών, απεικονιστικών και κλινικών – με στόχο την εξατομικευμένη φροντίδα του ασθενούς. Σε αυτό το πλαίσιο, το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών έχει αναπτύξει, σε συνεργασία με μεγάλα νοσοκομεία της χώρας, όπως το Γενικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών «Άγιος Σάββας», το μοναδικό Hub Θεραγνωστικής του Καρκίνου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Μιλώντας στην εκπομπή «ΤΑ ΛΕΜΕ» της Βεργίνα Τηλεόρασης και στη δημοσιογράφο Χριστίνα Τσόρμπα, ο Δημοσθένης Σαρηγιάννης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Διευθυντής του Εργαστηρίου EnveLab του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ανέδειξε ως κρίσιμο ζητούμενο για την αντιμετώπιση του καρκίνου τη μετάβαση από την έρευνα στην εφαρμογή. Όπως σημείωσε, το Κέντρο Αριστείας για τη Θεραγνωστική του Καρκίνου στο ΕΙΕ σχεδιάζεται ακριβώς με αυτή τη λογική, ώστε να συνδέει συστηματικά την ερευνητική γνώση με την κλινική πράξη και τη διάγνωση με τη θεραπεία.

Η μετάβαση αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε υποδομές και τεχνολογικό εξοπλισμό. Προϋποθέτει έναν συνολικό σχεδιασμό που θα επιτρέψει στην καινοτομία να να ενσωματωθεί με συνέπεια στην καθημερινή κλινική πρακτική και να μεταφραστεί σε απτό όφελος για τον ασθενή. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ως κομβικό ζήτημα η ανάγκη για εθνική στρατηγική στα δεδομένα καρκίνου, σε ευθυγράμμιση με τον ευρωπαϊκό χώρο δεδομένων υγείας.

 

Το Hub Θεραγνωστικής του Καρκίνου

Το Κέντρο Αριστείας για τη Θεραγνωστική του Καρκίνου που αναπτύσσεται στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών εξοπλίζεται με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, μοναδικά σήμερα σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως κόμβος καινοτομίας για την ογκολογία. Η φιλοσοφία του δεν περιορίζεται στην ερευνητική δραστηριότητα, αλλά ενσωματώνει από την αρχή τη σύνδεση με την κλινική πράξη και τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών.

Το σκέλος της κλινικής εφαρμογής του Hub εδρεύει στο Γενικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών «Άγιος Σάββας», ενώ στόχος του ΕΙΕ είναι η διεύρυνση των συνεργασιών και με άλλα ιδρύματα και νοσοκομεία της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράφεται Μνημόνιο Συνεργασίας με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το πανεπιστημιακό νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, ενισχύοντας τη διασύνδεση έρευνας, πανεπιστημιακής γνώσης και κλινικής εμπειρίας.

Η ανάπτυξη ενός τέτοιου δικτύου δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι καινοτόμες μέθοδοι της θεραγνωστικής να μην παραμείνουν σε πιλοτικό επίπεδο, αλλά να ενταχθούν σταδιακά στην καθημερινή ογκολογική φροντίδα. Η προστιθέμενη αξία του Hub δεν εντοπίζεται μόνο στον εξοπλισμό και τις υποδομές, αλλά κυρίως στη δυνατότητά του να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ ερευνητικών αποτελεσμάτων και κλινικών αποφάσεων.

Εθνική στρατηγική για τα δεδομένα καρκίνου

Η συζήτηση για τη θεραγνωστική του καρκίνου φέρνει στο προσκήνιο ένα διαρθρωτικό έλλειμμα της ελληνικής ογκολογικής πολιτικής. Την απουσία μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για τα δεδομένα καρκίνου. Παρότι η χώρα διαθέτει πλέον το Εθνικό Μητρώο Νεοπλασιών, το οποίο λειτουργεί ουσιαστικά τον τελευταίο χρόνο, η ύπαρξή του δεν επαρκεί για να υποστηρίξει τη σύγχρονη έρευνα και την εξατομικευμένη ιατρική.

Το επόμενο αναγκαίο βήμα αφορά τη συστηματική συγκέντρωση πολλαπλών και ετερογενών δεδομένων – βιοχημικών, απεικονιστικών, κλινικών και άλλων – και, κυρίως, τη διασύνδεσή τους σε ένα ενιαίο, λειτουργικό πλαίσιο. Η πραγματική αξία των δεδομένων προκύπτει όταν αυτά είναι προσβάσιμα στους ερευνητές και στους θεράποντες ιατρούς, επιτρέποντας την εξαγωγή τεκμηριωμένων συμπερασμάτων και τη σύνδεσή τους με διεθνείς και παγκόσμιες βάσεις δεδομένων.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ύπαρξη υποστηρικτικών ομάδων εντός των ογκολογικών κέντρων, οι οποίες θα μπορούν να εφαρμόζουν στην πράξη τις καινοτόμες λύσεις που βασίζονται στην αξιοποίηση πολλαπλών δεδομένων. Χωρίς αυτή τη δομή, η καινοτομία κινδυνεύει να παραμείνει προϊόν έρευνας, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινή κλινική φροντίδα.

Καθοριστικός θεωρείται, τέλος, ο ρόλος της συμμετοχής των ασθενών. Κάθε ασθενής είναι διαφορετικός και η εμπειρία του συνιστά μια μορφή γνώσης που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανένα σύστημα δεδομένων. Η ενσωμάτωση αυτής της εμπειρικής γνώσης, σε συνδυασμό με τα κλινικά δεδομένα και τη χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης, ενισχύει τη δυνατότητα του κλινικού ιατρού να μεταφράζει την πληροφορία σε ουσιαστικές και χρηστικές θεραπευτικές αποφάσεις.

 

Η καινοτομία στην ογκολογία χρειάζεται σχέδιο

Η ανάπτυξη του Hub Θεραγνωστικής του Καρκίνου και η ανάγκη για εθνική στρατηγική στα δεδομένα καρκίνου καθιστούν σαφές το μήνυμα ότι η ογκολογική καινοτομία δεν αποτελεί πλέον ζήτημα μεμονωμένων δράσεων, αλλά συνολικού σχεδιασμού πολιτικής υγείας. Η Ελλάδα διαθέτει πλέον τις υποδομές, την τεχνογνωσία και το ανθρώπινο δυναμικό για να υποστηρίξει σύγχρονες, εξατομικευμένες προσεγγίσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία του καρκίνου.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι δυνατότητες θα ενταχθούν σε ένα συνεκτικό και λειτουργικό πλαίσιο, το οποίο θα επιτρέπει στην επιστημονική γνώση να μετατρέπεται σε απτό όφελος για τον ασθενή και το σύστημα υγείας. Η θεραγνωστική αναδεικνύεται σε πεδίο όπου συναντώνται η έρευνα, η κλινική πράξη, τα δεδομένα και ο ίδιος ο ασθενής. Για να αποδώσει, απαιτεί θεσμικές παρεμβάσεις, διαλειτουργικά συστήματα και κατάλληλα εκπαιδευμένες ομάδες στα ογκολογικά κέντρα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως εργαλείο ενίσχυσης της κλινικής κρίσης και όχι ως υποκατάστατό της. Η διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για τα δεδομένα καρκίνου, σε σύνδεση με πρωτοβουλίες όπως το Hub Θεραγνωστικής, μπορεί να αποτελέσει το καθοριστικό βήμα ώστε η καινοτομία να περάσει από το εργαστήριο στην καθημερινή ογκολογική φροντίδα.