ΣΦΕΕ: Η Ελλάδα δεν αξιοποιεί τις δυνατότητές της στις κλινικές μελέτες

Οι κλινικές μελέτες δεν αφορούν μόνο την επιστημονική κοινότητα ή τις φαρμακευτικές εταιρείες. Για πολλούς ασθενείς μπορούν να σημαίνουν πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες αρκετά χρόνια πριν αυτές διατεθούν ευρύτερα, ενώ για τα νοσοκομεία και το σύστημα υγείας συνδέονται με τεχνογνωσία, πόρους και συμμετοχή στην αιχμή της ιατρικής καινοτομίας.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κλινικών Μελετών, στις 20 Μαΐου, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα πώς η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει περισσότερη κλινική έρευνα, επισημαίνοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να κινείται κάτω από τις δυνατότητές της.

Οι κλινικές μελέτες έχουν εξελιχθεί σε πεδίο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, η Ευρώπη χάνει σταδιακά έδαφος έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, ενώ και η Ελλάδα εμφανίζει τα τελευταία χρόνια επιβράδυνση στην προσέλκυση νέων μελετών, παρά το επιστημονικό δυναμικό που διαθέτει και τις δυνατότητες του συστήματος υγείας.

Στη χώρα μας, οι επενδύσεις σε κλινικές μελέτες διαμορφώθηκαν το 2025 περίπου στα 160 εκατ. ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, παραμένει χαμηλότερο από τις πραγματικές δυνατότητες της Ελλάδας. Ο Σύνδεσμος συνδέει την υστέρηση αυτή με την ανάγκη για πιο σταθερό και ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο, ώστε η χώρα να μπορέσει να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο από τη διεθνή κλινική έρευνα.

 

Πρόσβαση για τους ασθενείς και οφέλη για το σύστημα υγείας

Για τους ασθενείς, το άμεσο όφελος των κλινικών μελετών είναι η δυνατότητα πρώιμης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες, αρκετά χρόνια πριν αυτές κυκλοφορήσουν ευρύτερα. Παράλληλα, όπως υπογραμμίζει ο ΣΦΕΕ, οι κλινικές μελέτες ενισχύουν οικονομικά και επιστημονικά τα δημόσια νοσοκομεία και τους ερευνητές, δημιουργώντας συνθήκες συμμετοχής της χώρας στη διεθνή παραγωγή ιατρικής γνώσης.

Για το σύστημα υγείας, η σημασία των κλινικών μελετών συνδέεται και με την εξοικονόμηση πόρων, καθώς στο πλαίσιο της υλοποίησής τους παρέχονται δωρεάν θεραπείες υψηλού κόστους, διαγνωστικές και εργαστηριακές εξετάσεις. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η επιβάρυνση για το Δημόσιο, ενώ ταυτόχρονα συγκρατείται στη χώρα ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης.

 

Τα κίνητρα που προτείνει ο ΣΦΕΕ

Παρά τις βελτιώσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια σε διαδικαστικά και θεσμικά ζητήματα, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας, η τυποποίηση διαδικασιών και η μείωση των χρόνων έγκρισης, ο ΣΦΕΕ τονίζει ότι παραμένουν σημαντικά κενά στα κίνητρα για την προσέλκυση κλινικών μελετών.

Ένα από τα βασικά ζητήματα αφορά τις αλλοδαπές μητρικές εταιρείες που υλοποιούν κλινικές μελέτες στην Ελλάδα απευθείας από το εξωτερικό και όχι μέσω των θυγατρικών τους. Σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, παρότι οι εταιρείες αυτές αποτελούν βασικούς φορείς ανάπτυξης διεθνών κλινικών προγραμμάτων, δεν θεωρούνται δικαιούχοι των σχετικών κινήτρων.

Ο ΣΦΕΕ επισημαίνει ακόμη ότι δεν προβλέπεται διακριτό κονδύλι προς συμψηφισμό για έργα Έρευνας & Ανάπτυξης και παραγωγικές επενδύσεις, γεγονός που περιορίζει, όπως υποστηρίζει, τη στοχευμένη ενίσχυση της κλινικής έρευνας. Θέτει επίσης ζήτημα για τους χρονικούς περιορισμούς υλοποίησης, καθώς η απαίτηση ολοκλήρωσης τουλάχιστον του 70% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου έως το τέλος του 2028 δεν ανταποκρίνεται στη φύση των κλινικών μελετών, οι οποίες συχνά διαρκούν 3 έως 5 χρόνια και κορυφώνονται επιχειρησιακά προς το τέλος της υλοποίησής τους.

 

Στρατηγική επιλογή δημόσιας υγείας οι κλινικές μελέτες

Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ, Μιχάλης Χειμώνας, σημειώνει ότι η προσέλκυση κλινικών μελετών είναι πλέον υπόθεση διεθνούς ανταγωνισμού και εξηγεί ότι «εάν οι μελέτες δεν πραγματοποιηθούν στην Ελλάδα, θα πραγματοποιηθούν σε άλλη χώρα», με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο να αφορά τελικά τον ασθενή.

Ο κ. Χειμώνας υπογραμμίζει ότι οι συνέπειες από τη μη προσέλκυση κλινικών μελετών αφορούν πρώτα τον ασθενή, ο οποίος «στερείται έγκαιρης πρόσβασης σε καινοτόμες θεραπείες που ενδέχεται να διατεθούν ευρέως στην αγορά μετά από έως και 10 χρόνια». Παράλληλα, ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ τονίζει ότι αφορούν και το σύστημα υγείας, «που χάνει την ευκαιρία παροχής σύγχρονων και υψηλού κόστους θεραπειών χωρίς επιβάρυνση για το Δημόσιο», καθώς και την εθνική οικονομία, η οποία «στερείται πολύτιμων επενδύσεων, νέων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και σημαντικής επιστημονικής δραστηριότητας».

Ο κ. Χειμώνας χαρακτηρίζει την ενίσχυση των κλινικών μελετών όχι μόνο ως αναπτυξιακή προτεραιότητα, αλλά και ως «στρατηγική επιλογή δημόσιας υγείας, που επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία, τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».

Η συζήτηση για τις κλινικές μελέτες δεν μπορεί να αποκοπεί από το ευρύτερο ζήτημα της πρόσβασης των ασθενών στις νέες θεραπείες. Σε μια χώρα όπου η κανονική πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα συχνά καθυστερεί, η συμμετοχή στην κλινική έρευνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Δεν υποκαθιστά την ανάγκη για ταχύτερη αξιολόγηση, αποζημίωση και ένταξη των νέων θεραπειών στην κλινική πράξη. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως κρίσιμος δίαυλος πρώιμης πρόσβασης, επιστημονικής αναβάθμισης και ουσιαστικής σύνδεσης του ελληνικού συστήματος υγείας με την ιατρική καινοτομία.