Ελληνική μελέτη αμφισβητεί την εκτίμηση της ΕΕ για το μερίδιο των φαρμάκων στο τοξικό φορτίο των αστικών λυμάτων

Εφαρμόζοντας την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η Οδηγία 2024/3019 της ΕΕ για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων εισάγει τη Διευρυμένη Ευθύνη του Παραγωγού (ΔΕΠ), με την οποία οι παραγωγοί φαρμάκων ανθρώπινης χρήσης και καλλυντικών καλούνται να αναλάβουν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους για την απομάκρυνση μικρορύπων από τα λύματα. Η Οδηγία αναδιαμορφώνει το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη συλλογή και την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, προβλέποντας αυστηρότερες απαιτήσεις για την προστασία των υδάτων, του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Ωστόσο μια ελληνική μελέτη με δεδομένα από την Ψυττάλεια και τη Λάρισα θέτει νέα ερωτήματα για την επιστημονική βάση του επιμερισμού αυτού, καταγράφοντας μια πολύ διαφορετική εικόνα για τη συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο τοξικό φορτίο των λυμάτων.

Η Οδηγία βρίσκεται ήδη σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2025, ωστόσο οι υποχρεώσεις που προβλέπει τίθενται σε εφαρμογή σταδιακά. Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν ενσωματώσει τις βασικές διατάξεις της στο εθνικό τους δίκαιο έως τις 31 Ιουλίου 2027, ενώ έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028 πρέπει να έχουν θεσπίσει το σύστημα Διευρυμένης Ευθύνης του Παραγωγού.

Με το σύστημα αυτό, οι παραγωγοί που υπάγονται στη Διευρυμένη Ευθύνη του Παραγωγού καλούνται να καλύπτουν τουλάχιστον το 80% του πλήρους κόστους της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, δηλαδή της πρόσθετης επεξεργασίας που απαιτείται για την απομάκρυνση μικρορύπων οι οποίοι παραμένουν μετά τις συμβατικές διαδικασίες καθαρισμού. Το κόστος περιλαμβάνει τις αναγκαίες επενδύσεις, τη λειτουργία των εγκαταστάσεων και την παρακολούθηση των μικρορύπων. Η Οδηγία προβλέπει επίσης συγκεκριμένες εξαιρέσεις για παραγωγούς που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων όταν αποδεικνύεται ότι οι ουσίες των προϊόντων τους είναι ταχέως βιοαποικοδομήσιμες ή δεν δημιουργούν μικρορύπους στα λύματα.

Η εφαρμογή της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας ακολουθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Στις μεγάλες εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, που δέχονται οργανικό ρυπαντικό φορτίο αντίστοιχο με εκείνο που παράγουν τουλάχιστον 150.000 κάτοικοι, προβλέπεται εφαρμογή στο 20% των εγκαταστάσεων έως το τέλος του 2033, στο 60% έως το 2039 και στο σύνολό τους έως το 2045. Αντίστοιχες απαιτήσεις προβλέπονται και για αστικές περιοχές με οργανικό ρυπαντικό φορτίο αντίστοιχο με εκείνο που παράγουν τουλάχιστον 10.000 κάτοικοι, όταν τα λύματα καταλήγουν σε περιοχές ευαίσθητες στη μικρορύπανση ή όταν η αξιολόγηση του κινδύνου καθιστά αναγκαία την πρόσθετη επεξεργασία.

Η επιλογή να επιβαρυνθούν κυρίως οι παραγωγοί φαρμάκων και καλλυντικών συνδέθηκε με τις εκτιμήσεις για τη συμβολή των προϊόντων τους στο συνολικό τοξικό φορτίο των μικρορύπων. Στην εκτίμηση επιπτώσεων που συνόδευσε την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι φαρμακευτικές ουσίες είχαν υπολογιστεί ότι αντιπροσωπεύουν περίπου το 66% του συνολικού τοξικού φορτίου, όταν αυτό σταθμίζεται με βάση τις προβλεπόμενες συγκεντρώσεις κάτω από τις οποίες δεν αναμένονται δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις (PNEC).

Το 66% δεν σημαίνει ότι τα δύο τρίτα των μικρορύπων που υπάρχουν στα αστικά λύματα είναι φαρμακευτικές ουσίες. Πρόκειται για εκτίμηση της συμβολής τους στο τοξικό φορτίο, με βάση συγκεκριμένο οικοτοξικολογικό δείκτη. Στην ίδια εκτίμηση επιπτώσεων, οι φαρμακευτικές ουσίες αντιπροσώπευαν το 59% των ποσοτήτων μικρορύπων που εισέρχονται στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας και το 48% του τοξικού φορτίου όταν χρησιμοποιήθηκε δείκτης χρόνιας τοξικότητας.

 

Η Ελληνική μελέτη για την Ψυττάλεια και τη Λάρισα

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, υπό τον καθηγητή Νίκο Θωμαΐδη, με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας, του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος και του Συνδέσμου Εταιρειών Φαρμάκων Ευρείας Χρήσης. Βασίστηκε σε συστηματικές δειγματοληψίες στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων της Ψυττάλειας και της Λάρισας. Τα αποτελέσματά της δημοσιεύθηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Science & Technology Letters.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η μέση συμβολή των φαρμακευτικών ουσιών στο υπολογιζόμενο τοξικό φορτίο των επεξεργασμένων λυμάτων διαμορφώθηκε περίπου στο 7% στις δύο εγκαταστάσεις. Το ποσοστό αυτό απέχει σημαντικά από το 66% της ευρωπαϊκής εκτίμησης επιπτώσεων.

Η απόκλιση μεταξύ του 7% και του 66% είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η ελληνική μελέτη υπολογίζει το τοξικό φορτίο με βάση τις συγκεντρώσεις των ουσιών και τις αντίστοιχες τιμές PNEC, ακολουθώντας τη βασική λογική της ευρωπαϊκής εκτίμησης. Τα δύο ποσοστά δεν προκύπτουν, ωστόσο, από τα ίδια δεδομένα ούτε αφορούν το ίδιο στάδιο επεξεργασίας των λυμάτων. Η ευρωπαϊκή εκτίμηση βασίστηκε σε δεδομένα για τους μικρορύπους που εισέρχονται στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας, ενώ η ελληνική έρευνα βασίζεται σε αναλυτικές μετρήσεις επεξεργασμένων λυμάτων από δύο εγκαταστάσεις και εξετάζει ευρύτερο φάσμα μικρορύπων. Η μεγάλη αυτή απόκλιση αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η πραγματική συμβολή των διαφορετικών κατηγοριών μικρορύπων στο συνολικό τοξικό φορτίο χρειάζεται να επανεξεταστεί με βάση νεότερα και πληρέστερα δεδομένα.

Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η μικρορύπανση των αστικών λυμάτων αποτελεί σύνθετο και πολυπαραγοντικό ζήτημα.

 

Παρέμβαση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η επιστημονική βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκε ο επιμερισμός του κόστους έχει ήδη τεθεί υπό αμφισβήτηση και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τον Ιούνιο του 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επαναλαμβάνοντας τη στήριξή του στους περιβαλλοντικούς στόχους της Οδηγίας και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή νέα εκτίμηση επιπτώσεων έως το τέλος του έτους, προκειμένου να επανεξεταστούν οι ουσίες που εντοπίζονται στα αστικά λύματα, το κόστος της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας και η κατανομή της ευθύνης στους διαφορετικούς κλάδους. Στα ζητήματα προς εξέταση περιλαμβάνονται επίσης οι πιθανές επιπτώσεις στη διαθεσιμότητα, την οικονομική προσιτότητα και την πρόσβαση των ασθενών στα φάρμακα.

Στο ίδιο ψήφισμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε προσωρινή αναστολή των διατάξεων για τη Διευρυμένη Ευθύνη του Παραγωγού και των υποχρεώσεων που συνδέονται με την τεταρτοβάθμια επεξεργασία, έως ότου ολοκληρωθεί η νέα μελέτη και αξιολογηθούν τα αποτελέσματά της από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Το αίτημα αυτό δεν συνιστά αναστολή της Οδηγίας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει.

 

Οι επιφυλάξεις της γενικής εισαγγελέως του Δικαστηρίου της EE

Σοβαρές επιφυλάξεις διατύπωσε τον Σεπτέμβριο και η γενική εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Juliane Kokott, εξετάζοντας προσφυγή της Πολωνίας κατά της Οδηγίας. Στη γνώμη της επισήμανε ότι, με βάση τα στοιχεία του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τις συγκεκριμένες τιμές PNEC που χρησιμοποιήθηκαν στους σχετικούς υπολογισμούς, μόλις τέσσερις φαρμακευτικές ουσίες αντιστοιχούσαν στο 58% του συνολικού υπολογισμένου τοξικού φορτίου και στο 88% του τοξικού φορτίου που είχε αποδοθεί συνολικά στα φάρμακα.

Η κ. Kokott έκρινε ότι η αξιολόγηση των δεδομένων στα οποία βασίστηκε ο ευρωπαϊκός νομοθέτης έπασχε από πρόδηλο σφάλμα σε κρίσιμα σημεία και πρότεινε στο Δικαστήριο την ακύρωση του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α΄ και του Παραρτήματος III της Οδηγίας, δηλαδή της διάταξης που προβλέπει τη χρηματοδότηση της τεταρτοβάθμιας επεξεργασίας από τους παραγωγούς και του Παραρτήματος που εντάσσει στο σύστημα τα φάρμακα ανθρώπινης χρήσης και τα καλλυντικά. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι αδυναμίες που διαπίστωσε δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η τελική εκτίμηση για την ευθύνη των δύο κλάδων ήταν λανθασμένη.

Η γνώμη της γενικής εισαγγελέως δεν δεσμεύει το Δικαστήριο και δεν αποτελεί τελική απόφαση. Η προσφυγή της Πολωνίας παραμένει σε εκκρεμότητα και οι επίμαχες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν.

 

Τι ζητά η φαρμακοβιομηχανία

Οι εκπρόσωποι της φαρμακοβιομηχανίας στην Ελλάδα επαναλαμβάνουν τη δέσμευσή τους στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, καθώς και στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Τονίζουν, ωστόσο, ότι για την επίτευξη αυτών των στόχων απαιτούνται συνεκτικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες πολιτικές, με σαφείς προτεραιότητες και στοχευμένες παρεμβάσεις. Με αυτό το σκεπτικό, ζητούν η εφαρμογή της Διευρυμένης Ευθύνης του Παραγωγού να στηριχθεί στα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα και να αντανακλά την πραγματική συμβολή των διαφορετικών κατηγοριών μικρορύπων.