Η Ελλάδα χάνει το στοίχημα της πρόσβασης στις καινοτόμες θεραπείες;

Όταν μια νέα θεραπεία εγκρίνεται στην Ευρώπη, η διαδρομή της μέχρι να γίνει διαθέσιμη στον Έλληνα ασθενή μπορεί να κρατήσει μήνες ή και χρόνια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να μην ξεκινήσει ποτέ. Αυτό το κρίσιμο ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης του προέδρου του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ), Ολύμπιου Παπαδημητρίου, με τον Υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, κατά τη διάρκεια του 3ου ΣΦΕΕ Summit.

Ο διάλογος άνοιξε το κεντρικό ερώτημα για τη φαρμακευτική πολιτική. Πώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί η αυξανόμενη ζήτηση για καινοτόμες θεραπείες, χωρίς να χαθεί ο έλεγχος της δαπάνης και χωρίς να περιοριστεί ακόμη περισσότερο η πρόσβαση των ασθενών.

 

Το αυξανόμενο κόστος των καινοτόμων θεραπειών

Ο Υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι το clawback δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τα δημοσιονομικά όρια που έχει θέσει η Πολιτεία στη φαρμακευτική δαπάνη. Κατά τον κ. Γεωργιάδη, η πίεση μεγαλώνει όσο αυξάνεται η χρήση νέων και ακριβότερων θεραπειών, οι οποίες διευρύνουν τις θεραπευτικές δυνατότητες, αλλά επιβαρύνουν σημαντικά τους προϋπολογισμούς.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Υπουργός ανέφερε τα ακριβά αντικαρκινικά φάρμακα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η νοσοκομειακή δαπάνη για τις συγκεκριμένες θεραπείες αυξήθηκε κατά 21% από το 2024 στο 2025 και κατά ακόμη 20% το πρώτο τρίμηνο του 2026. Όπως επισήμανε, η συνολική αύξηση φτάνει το 40% μέσα σε δύο χρόνια.

Ο κ. Γεωργιάδης σημείωσε ότι η φαρμακοβιομηχανία διεθνώς περνά σε μια νέα περίοδο, καθώς όλο και περισσότερες καινοτόμες θεραπείες διατίθενται με σημαντικά υψηλότερο κόστος. Τόνισε, ωστόσο, ότι η συνεχής αύξηση της δαπάνης δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη για ένα κράτος και ότι η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας για το σύνολο των ασθενών.

Άδωνις Γεωργιάδης, Υπουργός Υγείας

Ηλεκτρονική συνταγογράφηση και έλεγχος της δαπάνης

Σύμφωνα με τον Υπουργό Υγείας, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε παρεμβάσεις για τον καλύτερο έλεγχο της δαπάνης, με ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου, εφαρμογή κλειστών προϋπολογισμών και επέκταση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης. Όπως ανακοίνωσε, από την 1η Ιουλίου τίθεται σε λειτουργία η ηλεκτρονική συνταγογράφηση στα νοσοκομεία, ώστε να παρακολουθείται η συνταγογραφική συμπεριφορά σε πραγματικό χρόνο. Σημείωσε ακόμη ότι θα αξιοποιηθούν και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τον έλεγχο των πρακτικών συνταγογράφησης.

Ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε ακόμη ότι σημαντικό μέρος των νέων πόρων που διατέθηκαν τα τελευταία χρόνια έχει κατευθυνθεί στις καινοτόμες θεραπείες. «Πλέον εγκρίνω 4-5 νέα φάρμακα τον μήνα. Ο κόσμος έχει αλλάξει», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση στηρίζει την είσοδο νέων θεραπειών, αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο ελέγχου της συνολικής δαπάνης.

 

Η επιβάρυνση του clawback

Από την πλευρά του, ο Ολύμπιος Παπαδημητρίου στάθηκε στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το clawback. Όπως επισήμανε, η Πολιτεία καθορίζει το ανώτατο όριο της φαρμακευτικής δαπάνης, όμως όταν η πραγματική δαπάνη υπερβαίνει αυτό το όριο, η διαφορά καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Στην πράξη, σημείωσε, το κράτος ορίζει τον προϋπολογισμό, χωρίς να προσδιορίζει με επάρκεια τι αγοράζει και με ποιους όρους, ενώ η βιομηχανία καλείται να καλύψει εκ των υστέρων την υπέρβαση.

Ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ ανέφερε ότι οι εταιρείες έλαβαν πρόσφατα σημειώματα για το νοσοκομειακό clawback του πρώτου εξαμήνου του 2025, με τις υποχρεωτικές επιστροφές να φτάνουν κατά μέσο όρο στο 80,6%. Περιγράφοντας τη μεταχείριση των εταιρειών, είπε ότι είναι σαν να τους λέει το κράτος «μας κλέβετε και, επειδή μας κλέβετε, φέρτε πίσω το 80%».

Σε αυτό το σημείο εντάσσεται και το αίτημα του ΣΦΕΕ για ρήτρα συνυπευθυνότητας. Ο κ. Παπαδημητρίου ζήτησε ένα πλαίσιο στο οποίο η υπέρβαση της δαπάνης δεν θα μεταφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Όπως προειδοποίησε, χωρίς μια τέτοια αλλαγή, οι έλεγχοι στη συνταγογράφηση και οι υπόλοιπες παρεμβάσεις που σχεδιάζει το Υπουργείο κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

 

Τρία στα πέντε καινοτόμα φάρμακα δεν θα έρθουν στην Ελλάδα

Η πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες αποτέλεσε το πιο κρίσιμο σημείο της παρέμβασης του προέδρου του ΣΦΕΕ. Ο κ. Παπαδημητρίου επικαλέστηκε τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει ο Σύνδεσμος για τη διαθεσιμότητα και την αποζημίωση νέων φαρμάκων στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και τη διεθνή μελέτη Patients W.A.I.T. Indicator 2025 της EFPIA για την πρόσβαση των Ευρωπαίων ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, από τα 168 νέα φάρμακα που ενέκρινε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων την περίοδο 2021–2024, στην Ελλάδα είναι διαθέσιμα 69, πλήρως ή με περιορισμούς. Από αυτά, μόνο 36 είναι πλήρως προσβάσιμα στους ασθενείς. Η διαθεσιμότητα, όμως, δεν σημαίνει πάντα άμεση πρόσβαση. Ακόμη και όταν ένα νέο φάρμακο φτάνει τελικά στη χώρα, απαιτούνται κατά μέσο όρο 641 ημέρες από την ευρωπαϊκή έγκριση μέχρι την αποζημίωσή του στην Ελλάδα.

Η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στις νέες θεραπείες παραμένει περιορισμένη και συχνά καθυστερεί σημαντικά. Ο κ. Παπαδημητρίου προειδοποίησε ότι το πρόβλημα μπορεί να γίνει ακόμη εντονότερο, καθώς, με ορίζοντα την επόμενη διετία ή τριετία, οι εταιρείες δεν σκοπεύουν να διαθέσουν στη χώρα τρία στα πέντε καινοτόμα φάρμακα.

Το clawback και η υποχρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης δεν έχουν μόνο οικονομική διάσταση. Όταν οι υποχρεωτικές επιστροφές φτάνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα, περιορίζεται η πραγματική αποζημίωση των εταιρειών για τα φάρμακα που διαθέτουν. Το ζήτημα συνδέεται, επομένως, με τις αποφάσεις των εταιρειών για το αν και πότε θα διαθέσουν νέες θεραπείες στην Ελλάδα.

Ολύμπιος Παπαδημητρίου, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ)

Η ισορροπία ανάμεσα στην καινοτομία και τα φάρμακα ευρείας χρήσης

Ο Άδωνις Γεωργιάδης αμφισβήτησε ότι η φαρμακευτική αγορά βρίσκεται σε συνθήκες ασφυξίας. Υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τη δημόσια φαρμακευτική χρηματοδότηση σε σχέση με το ΑΕΠ και ότι η χώρα συνεχίζει να προσελκύει επενδύσεις και κλινικές μελέτες.

Ο Υπουργός Υγείας αναγνώρισε ότι η αύξηση της δαπάνης για τα καινοτόμα φάρμακα δημιουργεί πραγματικές πιέσεις, σημείωσε όμως ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει μόνο με επιπλέον χρηματοδότηση. «Από μένα δεν μπορείτε να περιμένετε θαύματα», ανέφερε, τονίζοντας ότι η συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνει και τον έλεγχο της κατανάλωσης.

Ο κ. Γεωργιάδης στάθηκε επίσης στην ανάγκη να προστατευθεί η πρόσβαση όλων των ασθενών. Όπως υποστήριξε, οι ακριβές καινοτόμες θεραπείες αφορούν περίπου το 25% των ασθενών, ενώ το υπόλοιπο 75% έχει ανάγκη από καθιερωμένα και φθηνότερα φάρμακα, τα οποία πρέπει επίσης να παραμένουν διαθέσιμα.

Στο σημείο αυτό τόνισε ότι η καινοτομία είναι απαραίτητη και σώζει ζωές, αλλά η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει και τα φάρμακα που χρειάζονται οι περισσότεροι ασθενείς. Υποστήριξε ακόμη ότι, χάρη στην πολιτική που ακολουθείται, η Ελλάδα είναι σήμερα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με τις λιγότερες ελλείψεις φαρμάκων.

Ο στόχος, σύμφωνα με τον Υπουργό Υγείας, είναι να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στη στήριξη των νέων θεραπειών, τη βιωσιμότητα της αγοράς και την κάλυψη των αναγκών του συνόλου των ασθενών.

 

Τιμολογιακές προστασίες και γενόσημα

Η συζήτηση επεκτάθηκε και στο ζήτημα των τιμών. Ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ πρότεινε να επανεξεταστούν ορισμένες τιμολογιακές προστασίες και να εξαιρεθούν τα γενόσημα από το clawback. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι η κατάργηση της προστασίας του -7% θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα διαθεσιμότητας στη λιανική αγορά.

Ο Υπουργός Υγείας αντέτεινε ότι το όφελος του συγκεκριμένου μηχανισμού δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατηγορίες φαρμάκων. Πρότεινε, σε επόμενη διαβούλευση μέσα στο έτος, να εξεταστεί πόσα on-patent και πόσα off-patent ή γενόσημα φάρμακα συγκρατεί στην αγορά ο μηχανισμός.

Η αντιπαράθεση για τις τιμολογιακές προστασίες και τα γενόσημα δείχνει ότι η φαρμακευτική πολιτική δεν αφορά μόνο το ύψος της συνολικής δαπάνης. Αφορά και το πώς επιμερίζονται οι πιέσεις ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες φαρμάκων. Οι ίδιες παρεμβάσεις μπορεί να έχουν διαφορετική επίδραση στις καινοτόμες θεραπείες, στα off-patent φάρμακα και στα γενόσημα, επηρεάζοντας τόσο την πρόσβαση στην καινοτομία όσο και τη διαθεσιμότητα φαρμάκων ευρείας χρήσης.

 

Η καινοτομία έχει αξία όταν είναι προσβάσιμη

Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της υγείας βρίσκεται στον πυρήνα της ευθύνης κάθε σύγχρονης Πολιτείας. Οι προϋπολογισμοί, οι μηχανισμοί ελέγχου και οι κανόνες αποζημίωσης είναι αναγκαίοι, αλλά δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Υπάρχουν για να υπηρετούν ένα σύστημα υγείας που μπορεί να προσφέρει στους ασθενείς τις θεραπείες που χρειάζονται, την ώρα που τις χρειάζονται.

Η πρόοδος της φαρμακευτικής καινοτομίας είναι ένα θετικό νέο. Νέες θεραπείες αλλάζουν την πορεία σοβαρών παθήσεων, δίνουν επιλογές σε ασθενείς που μέχρι πρόσφατα είχαν λίγες δυνατότητες και μετατρέπουν την επιστημονική πρόοδο σε πραγματική ελπίδα. Το ζήτημα για την Ελλάδα είναι αν μπορεί να ακολουθήσει αυτόν τον ρυθμό, όχι μόνο σε επίπεδο εγκρίσεων, αλλά και σε επίπεδο πραγματικής πρόσβασης.

Η θέση της χώρας λίγο κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στη διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων δεν αρκεί για να καθησυχάσει. Η ελληνική υστέρηση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή απόκλιση από τον μέσο όρο, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης ανισότητας στην πρόσβαση των Ευρωπαίων ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία. Δείχνει ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο τέλος της ευρωπαϊκής κατάταξης, δείχνει όμως και την απόσταση που τη χωρίζει από τα συστήματα που εξασφαλίζουν ταχύτερη και ευρύτερη πρόσβαση στις νέες θεραπείες.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τη συζήτηση για το clawback, την υποχρηματοδότηση και τη συνυπευθυνότητα. Αν η επιστήμη προχωρά, αλλά οι νέες θεραπείες καθυστερούν ή δεν φτάνουν ποτέ στην ελληνική αγορά, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους προϋπολογισμούς και τις σχέσεις Πολιτείας και φαρμακοβιομηχανίας. Αφορά τον ασθενή που περιμένει να δει αν η επόμενη θεραπευτική επιλογή θα γίνει πράγματι διαθέσιμη και στη χώρα του.