Η φαρμακοβιομηχανία σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης

Από αριστερά:
O Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ Καθ. Νίκος Βέττας,
Ο Πρόεδρος του ΣΦΕΕ κ. Ολύμπιος Παπαδημητρίου,
Ο Επιστημονικός Σύμβουλος του ΙΟΒΕ Καθ. Άγγελος Τσακανίκας
Ο Γενικός Διευθυντής του ΣΦΕΕ κ. Μιχάλης Χειμώνας

Η φαρμακοβιομηχανία σηκώνει σήμερα μεγαλύτερο βάρος από το ίδιο το Δημόσιο στη χρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της ετήσιας έκδοσης «Η Φαρμακευτική Αγορά στην Ελλάδα: Γεγονότα & Στοιχεία 2024» και της μελέτης «Η συμβολή του κλάδου φαρμάκου στην ελληνική οικονομία», που παρουσίασε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών με τη συνεργασία με του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος.

Η ετήσια έκθεση συγκεντρώνει και φέτος τα σημαντικότερα στοιχεία για την αγορά φαρμάκου και το ευρύτερο οικοσύστημα υγείας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, καταγράφει τις κρίσιμες προκλήσεις αλλά και τις προοπτικές που διαμορφώνονται. Στη φετινή έκδοση αποτυπώνονται οι επιπτώσεις του πληθωρισμού και του εμπορικού ισοζυγίου, ενώ αναδεικνύεται το διαχρονικό κενό χρηματοδότησης που ξεκίνησε από την περίοδο της οικονομικής κρίσης και εξακολουθεί να βαραίνει τον κλάδο.

Παράλληλα, η μελέτη δίνει έμφαση στη στρατηγική σημασία της φαρμακοβιομηχανίας για την ελληνική οικονομία, με στοιχεία που καταδεικνύουν την ισχυρή συμβολή της στην παραγωγή, τις εξαγωγές, την έρευνα και την απασχόληση.

Δημογραφική πίεση στο σύστημα υγείας

Η Ελλάδα γερνάει με ταχύτερους ρυθμούς και αυτό προδιαγράφει μεγάλες πιέσεις στο σύστημα υγείας. Το προσδόκιμο ζωής επανήλθε το 2024 στα 81,9 έτη, μετά τη μείωση που είχε σημειωθεί την περίοδο της πανδημίας, και βρίσκεται λίγο πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ27 (81,7 έτη).

Οι άνω των 65 ετών αποτελούν ήδη το 23,3% του πληθυσμού και μέχρι το 2070 αναμένεται να φτάσουν στο 33,1%. Με το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο, ο συνολικός πληθυσμός προβλέπεται να περιοριστεί στα περίπου 8 εκατομμύρια.

Την ίδια στιγμή, το 24,5% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 16 ζει με χρόνιο πρόβλημα υγείας, ενώ στους ηλικιωμένους το ποσοστό ξεπερνά το 60%. Η εικόνα αυτή σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση για ιατρική φροντίδα και φάρμακα τα επόμενα χρόνια.

Διαχρονικό κενό χρηματοδότησης στη φαρμακευτική δαπάνη

Η συνολική φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα έφτασε το 2023 τα €7,5 δισ. και εκτιμάται ότι το 2024 ανέβηκε στα €8,5 δισ.. Από αυτά, η δημόσια δαπάνη περιορίστηκε στα €2,8 δισ. το 2023 και στα €3,0 δισ. το 2024. Αντίθετα, η συμμετοχή της φαρμακοβιομηχανίας μέσω υποχρεωτικών επιστροφών και εκπτώσεων ήταν πολύ μεγαλύτερη: €3,9 δισ. το 2023 και €4,6 δισ. το 2024. Οι ασθενείς κατέβαλαν επίσης σημαντικό μερίδιο, με τη συμμετοχή τους να αυξάνεται από €740 εκατ. το 2023 σε περίπου €810 εκατ. το 2024.

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, η φαρμακοβιομηχανία σήκωσε μεγαλύτερο βάρος από το Δημόσιο, ενώ και οι ασθενείς επωμίστηκαν αυξανόμενη συμμετοχή. Μετά το 2022, η ανακατανομή της δημόσιας δαπάνης ανάμεσα σε φαρμακεία λιανικής, ΦΥΚ και νοσοκομεία οδήγησε σε άνιση επιβάρυνση των υποχρεωτικών επιστροφών, ιδιαίτερα για τα νοσοκομειακά φάρμακα και τα σκευάσματα υψηλού κόστους.

Περιορισμένη πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα

Μόνο ένα μικρό μέρος των νέων θεραπειών φτάνει στους Έλληνες ασθενείς. Από τα 173 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν στην Ευρώπη την περίοδο 2020–2023, στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν μόλις 75, δηλαδή το 43%. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι περίπου μόνο ένα στα πέντε καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας είναι διαθέσιμο στη χώρα μας.

Ακόμη και όταν οι θεραπείες εισάγονται, η διαδικασία αποζημίωσης καθυστερεί. Ο μέσος χρόνος μέχρι να φτάσει ένα νέο φάρμακο στους ασθενείς μέσω αποζημίωσης είναι περίπου 654 ημέρες, όταν στην ΕΕ ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 587 ημέρες.

Ισχυρό αποτύπωμα σε παραγωγή, εξαγωγές και έρευνα

Το 2024 οι εξαγωγές φαρμάκων ανήλθαν σε €2,8 δισ., που αντιστοιχούν στο 5,7% των συνολικών εξαγωγών αγαθών της χώρας. Κύριοι προορισμοί είναι η Γερμανία, η Αυστρία και η Κύπρος.

Η αξία της εγχώριας παραγωγής κατέγραψε ιστορικό υψηλό, φτάνοντας τα €2,4 δισ., ενώ περίπου το 39% του όγκου των φαρμάκων που διατίθενται στην αγορά παράγεται στην Ελλάδα.

Η επενδυτική δραστηριότητα σε Έρευνα και Ανάπτυξη είναι επίσης σημαντική: το 2022 η δαπάνη ξεπέρασε τα €160 εκατ., ενώ την περίοδο 1995–2024 πραγματοποιήθηκαν συνολικά 2.034 κλινικές μελέτες, από τις οποίες 1.715 έχουν ολοκληρωθεί.

Ισχυρή συμβολή στην ελληνική οικονομία

Η συνολική συνεισφορά του κλάδου στο ΑΕΠ το 2023 ανήλθε σε €6,9 δισ., που αντιστοιχεί στο 3,1% της οικονομίας. Στην απασχόληση, η επίδραση φτάνει τις 119 χιλιάδες θέσεις εργασίας, ενώ τα φορολογικά έσοδαπου προκύπτουν για το Δημόσιο εκτιμώνται σε €1,9 δισ. Ο οικονομικός πολλαπλασιαστής είναι εντυπωσιακός: για κάθε €1 προστιθέμενης αξίας που δημιουργεί ο κλάδος, παράγονται επιπλέον €1,3 στην υπόλοιπη οικονομία.

Προκλήσεις και προτεραιότητες για το σύστημα υγείας

Τα στοιχεία της έκθεσης δεν είναι απλώς στατιστικά, αλλά αναδεικνύουν τρεις κρίσιμες προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο πολιτικής υγείας τα επόμενα χρόνια.

  • Βιώσιμη χρηματοδότηση: Η φαρμακοβιομηχανία και οι ασθενείς καλύπτουν σήμερα μεγαλύτερο μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης από το ίδιο το Δημόσιο. Αυτό το διαχρονικό κενό δημιουργεί αβεβαιότητα και δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς συνέπειες. Ένα πιο ισορροπημένο και προβλέψιμο πλαίσιο θα μπορούσε να στηρίξει τόσο τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας όσο και τις επενδύσεις στον κλάδο.
  • Ταχύτερη πρόσβαση στην καινοτομία: Οι καθυστερήσεις στην αποζημίωση και η περιορισμένη διαθεσιμότητα νέων φαρμάκων σημαίνουν ότι οι Έλληνες ασθενείς έχουν λιγότερες και πιο αργές επιλογές θεραπείας σε σχέση με τους Ευρωπαίους. Η βελτίωση των διαδικασιών αξιολόγησης και αποζημίωσης θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά αυτό το χάσμα.
  • Ενίσχυση πρόληψης και πρωτοβάθμιας φροντίδας: Με δεδομένη τη γήρανση του πληθυσμού και το υψηλό ποσοστό χρόνιων νοσημάτων, η πρόληψη αποκτά κομβική σημασία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να δαπανά λιγότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ στην πρόληψη, κάτι που οδηγεί σε αυξημένες μελλοντικές δαπάνες. Η ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, η καλύτερη διαχείριση των χρόνιων παθήσεων και η χρήση ψηφιακών εργαλείων μπορούν να αποσυμφορήσουν το σύστημα και να βελτιώσουν τα αποτελέσματα υγείας.