Η υποχρηματοδότηση της διαχείρισης του διαβήτη οδηγεί σε αδιέξοδα
Με την κοινή διαπίστωση ότι το ισχύον χρηματοδοτικό πλαίσιο για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη οδηγεί σε αδιέξοδο, ολοκληρώθηκε στα μέσα Ιουνίου η επιστημονική ημερίδα «Η Διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη στην Ελλάδα: Νέες Τεχνολογίες, Προκλήσεις και Προοπτικές». Την ημερίδα συνδιοργάνωσαν ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Ιατρικών & Βιοτεχνολογικών Προϊόντων (ΣΕΙΒ) και το Εργαστήριο Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του ΕΚΠΑ, με στόχο να αναδείξουν αξιόπιστες προτάσεις για την ενίσχυση της πρόσβασης των ασθενών στα σύγχρονα εργαλεία διαχείρισης της νόσου και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του κλάδου.
Υποχρηματοδότηση και οικονομικό αδιέξοδο στη φροντίδα του διαβήτη
Ένα από τα βασικά σημεία συναίνεσης που προέκυψαν στην ημερίδα ήταν η παραδοχή ότι η κρατική χρηματοδότηση για τις τεχνολογίες διαχείρισης του διαβήτη είναι ανεπαρκής. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ο προϋπολογισμός του ΕΟΠΥΥ καλύπτει μόλις το 80% των πραγματικών αναγκών των ασθενών. Το υπόλοιπο 20% μετακυλίεται στους παρόχους ιατροτεχνολογικών προϊόντων, οι οποίοι καλούνται να επωμιστούν το κόστος χωρίς να υπάρχει σταθερό και βιώσιμο πλαίσιο κάλυψης.
Η πρακτική αυτή έχει οδηγήσει σε ένα οικονομικό και υγειονομικό αδιέξοδο, με σοβαρούς κινδύνους τόσο για την προσβασιμότητα των ασθενών όσο και για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα. Η αναντιστοιχία μεταξύ προϋπολογισμού και αναγκών επιτείνεται από την ταχύτατη αύξηση του επιπολασμού της νόσου. Σήμερα, περισσότερα από ένα εκατομμύριο άτομα ζουν με διαβήτη στην Ελλάδα, αριθμός που αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς.
Η ετήσια δαπάνη για υλικά διαχείρισης του διαβήτη ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι προβλεπόμενοι πόροι δεν ανταποκρίνονται στις υγειονομικές ανάγκες. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Αντιπρόεδρος του ΕΟΠΥΥ, Αθανάσιος Ζαμάνης, «οι ανάγκες είναι πραγματικές και κοστολογημένες – οφείλουμε να δράσουμε με ρεαλισμό και σχέδιο».
Ευρεία συναίνεση για αλλαγή πολιτικής στον διαβήτη
Η ευρεία συμμετοχή εκπροσώπων από το Υπουργείο Υγείας, τον ΕΟΠΥΥ, τις επιστημονικές εταιρείες, τις ομοσπονδίες συλλόγων ατόμων με διαβήτη, πολιτικά κόμματα και επιχειρήσεις του κλάδου ανέδειξε τον διατομεακό χαρακτήρα της προσπάθειας.
Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες, όλοι οι εμπλεκόμενοι συμφώνησαν στην ανάγκη άμεσης αναδιάρθρωσης του χρηματοδοτικού πλαισίου. Η κοινή αυτή παραδοχή δίνει στο αίτημα για ενίσχυση της χρηματοδότησης τον χαρακτήρα επείγουσας εθνικής προτεραιότητας. Όπως ανέφερε ο Υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, «προτεραιότητα του Υπουργείου είναι η ενίσχυση της κάλυψης για ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και η μείωση των επιπλοκών μέσω σύγχρονων τεχνολογιών». Το μήνυμα της πολιτικής ηγεσίας ήρθε να ενισχύσει την αίσθηση συναίνεσης, προσδίδοντας πολιτική βαρύτητα στα αιτήματα.
Η κοινή γλώσσα που διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της ημερίδας δεν περιορίστηκε σε διαπιστώσεις, αλλά ανέδειξε την ανάγκη για ένα ρεαλιστικό και σταθερό πλαίσιο, το οποίο θα ευνοεί τόσο την πρόσβαση των ασθενών όσο και τη βιωσιμότητα του οικοσυστήματος καινοτομίας στον διαβήτη.
Περιορισμένη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών
Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί σε επίπεδο τεχνολογίας, η αξιοποίησή της στην καθημερινή διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη. Από το σύνολο των ατόμων που ζουν με τη νόσο, μόλις 48.000 ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 έχουν σήμερα πρόσβαση σε σύγχρονες λύσεις, όπως οι αντλίες ινσουλίνης και τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης. Η πλειονότητα των ασθενών – ιδίως εκείνοι με διαβήτη τύπου 2 που ακολουθούν εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλίνης – παραμένουν αποκλεισμένοι από αυτές τις δυνατότητες.
Η κατάσταση αυτή δεν στερεί απλώς την πρόσβαση σε καινοτομία, αλλά ενέχει και σοβαρό κόστος για το σύστημα υγείας. Οι χρόνιες επιπλοκές του διαβήτη – όπως τα καρδιαγγειακά επεισόδια, οι νεφροπάθειες, τα αγγειακά εγκεφαλικά και το διαβητικό πόδι – συνεπάγονται σημαντική οικονομική και κοινωνική επιβάρυνση. Όπως υπογραμμίστηκε στην ημερίδα, η έγκαιρη και συνεχής παρακολούθηση της γλυκόζης μέσω κατάλληλων τεχνολογιών μπορεί να προλάβει πολλές από αυτές τις επιπλοκές και να περιορίσει δραστικά τις ανάγκες νοσηλείας.
Η επένδυση στη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, όπως οι αισθητήρες γλυκόζης και οι αντλίες ινσουλίνης, δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά στρατηγική επιλογή. «Η τεχνολογία λειτουργεί ως εργαλείο πρόληψης και εξοικονόμησης – όχι μόνο βελτιώνει τη ρύθμιση του διαβήτη, αλλά αποτρέπει και δαπανηρές επιπλοκές», επεσήμαναν οι ειδικοί που συμμετείχαν στις εργασίες της ημερίδας.
Αναγκαία επέκταση της αποζημίωσης στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη κάλυψης των ασθενών με διαβήτη τύπου 2 που βρίσκονται σε εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλίνης. Παρότι οι ασθενείς αυτοί αντιμετωπίζουν παρόμοιους κινδύνους υπογλυκαιμίας και επιπλοκών με εκείνους που πάσχουν από διαβήτη τύπου 1, εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση σε τεχνολογίες συνεχούς καταγραφής γλυκόζης μέσω του συστήματος αποζημίωσης.
Όπως τονίστηκε στην ημερίδα, η επέκταση της αποζημίωσης σε αυτή την ομάδα ασθενών δεν είναι μόνο ζήτημα ισότιμης μεταχείρισης, αλλά και επένδυση με μετρήσιμα οφέλη. «Η ένταξη των διαβητικών τύπου 2 με εντατική ινσουλινοθεραπεία στα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης αποφέρει σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη, μέσω της πρόληψης κοστοβόρων επιπλοκών και νοσηλειών», ανέφεραν χαρακτηριστικά οι συμμετέχοντες.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η πρώιμη ενσωμάτωση τέτοιων τεχνολογιών στη φροντίδα των ασθενών οδηγεί σε καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση, λιγότερες επιπλοκές και χαμηλότερο κόστος για τα εθνικά συστήματα υγείας. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει ένα υπαρκτό κενό πολιτικής ώστε να διασφαλίσει ότι οι ασθενείς με τις μεγαλύτερες ανάγκες θα έχουν πρόσβαση στα κατάλληλα μέσα διαχείρισης της νόσου.
Τα αιτήματα του ΣΕΙΒ προς την Πολιτεία
Στο πλαίσιο της ημερίδας, ο ΣΕΙΒ κατέθεσε προς την Πολιτεία μια τεκμηριωμένη σειρά αιτημάτων, εστιάζοντας τόσο στις άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες όσο και στη διαμόρφωση ενός σταθερού πλαισίου για το μέλλον.
- Πρώτον, ζητείται αύξηση του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ κατά 18 εκατομμύρια ευρώ, ώστε να καλυφθούν πλήρως οι υφιστάμενες ανάγκες στις αποζημιούμενες κατηγορίες ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Όπως υπογραμμίστηκε, η σημερινή χρηματοδότηση δεν ανταποκρίνεται στον όγκο και τη φύση των πραγματικών αναγκών των ασθενών με διαβήτη.
- Δεύτερον, προτείνεται η επέκταση της αποζημίωσης των τεχνολογιών συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης και σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που βρίσκονται σε εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλίνης. Η πρόταση βασίζεται σε στοιχεία που τεκμηριώνουν το κλινικό και δημοσιονομικό όφελος της ένταξης αυτής της ομάδας στο σύστημα αποζημίωσης.
- Τρίτον, επισημαίνεται η ανάγκη για δίκαιη κατανομή του clawback – του μηχανισμού αυτόματης επιστροφής δαπανών από τις εταιρείες – καθώς και για τη διαμόρφωση ενός σταθερού και προβλέψιμου επενδυτικού πλαισίου. Όπως τονίστηκε, «χωρίς βιώσιμο περιβάλλον, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε καινοτομία ούτε μακροπρόθεσμη πρόσβαση των ασθενών σε νέες και αποτελεσματικότερες τεχνολογίες».
Τα αιτήματα του ΣΕΙΒ αποτυπώνουν όχι μόνο τις ανάγκες του κλάδου, αλλά και τη συλλογική βούληση των συμμετεχόντων για μια νέα πολιτική προσέγγιση στη διαχείριση του διαβήτη.
Απαιτείται άμεση αναδιάρθρωση του πλαισίου διαχείρισης του διαβήτη
Το ενθαρρυντικό μήνυμα που αναδείχθηκε από την ημερίδα είναι η ευρεία συναίνεση γύρω από την ανάγκη μεταρρύθμισης του χρηματοδοτικού πλαισίου. Η συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων φορέων δημιουργεί μια ισχυρή βάση για τη διαμόρφωση νέων πολιτικών, ικανών να εξασφαλίσουν πρόσβαση στην τεχνολογία, βιωσιμότητα στον κλάδο και αποδοτικότερη χρήση των διαθέσιμων πόρων.
Με τα δεδομένα να συνηγορούν υπέρ της επέκτασης των αποζημιώσεων και της έγκαιρης επένδυσης στην καινοτομία, η σκυτάλη περνά πλέον στην Πολιτεία. Οι ασθενείς με διαβήτη, οι επαγγελματίες υγείας και η επιστημονική κοινότητα αναμένουν ουσιαστικές αποφάσεις που θα μεταφράσουν τη συναίνεση σε πράξη.
Όπως ανέδειξε η ημερίδα, η πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες διαχείρισης του διαβήτη δεν είναι απλώς ζήτημα τεχνικής πολιτικής, αλλά καθοριστικός παράγοντας για τη βελτίωση της υγείας, της ποιότητας ζωής και της βιωσιμότητας του συστήματος υγείας. Το αίτημα για αναδιάρθρωση δεν είναι απλώς εύλογο. Είναι αναγκαίο, ρεαλιστικό και ώριμο για άμεση εφαρμογή.









































