Ηλίας Πυρνοκόκης: Η πρόσβαση στις καινοτόμες θεραπείες απαιτεί ουσιαστικές αλλαγές
Ο Head of Value, Access & External Affairs της Chiesi Hellas εντοπίζει τα εμπόδια που καθυστερούν την πρόσβαση στις νέες θεραπείες και επισημαίνει τις αλλαγές που θεωρεί αναγκαίες στην αξιολόγηση, τη χρηματοδότηση και τη φροντίδα των ασθενών.
Η πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία δεν κρίνεται μόνο από το αν μια νέα θεραπεία θα αποζημιωθεί. Προϋποθέτει έγκαιρη και σωστή διάγνωση, διαδικασίες αξιολόγησης χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, επαρκή χρηματοδότηση και συνέχεια στη φροντίδα.
Ο Ηλίας Πυρνοκόκης, Head of Value, Access & External Affairs της Chiesi Hellas, απαντά στις ερωτήσεις μας, αναλύει τα βασικά εμπόδια που εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών σε νέες θεραπείες και εξηγεί ποιες αλλαγές θεωρεί αναγκαίες.
Ο κ. Πυρνοκόκης υπογραμμίζει την ανάγκη η αξιολόγηση των νέων θεραπειών να λαμβάνει υπόψη και το ευρύτερο κοινωνικό όφελος, ενώ για τις σπάνιες παθήσεις θεωρεί αναγκαίο ένα πλαίσιο που να προσαρμόζει τις απαιτήσεις τεκμηρίωσης στις ιδιαιτερότητές τους. Παράλληλα, παρουσιάζει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος πνευμονικής αποκατάστασης, προτείνει τη σταδιακή ενσωμάτωση κριτηρίων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στο HTA και θέτει ως βασική μεταρρυθμιστική προτεραιότητα τη δημιουργία ενός μόνιμου και επαρκώς στελεχωμένου Οργανισμού Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης Patients W.A.I.T. Indicator 2025, ο Έλληνας ασθενής έχει απρόσκοπτη πρόσβαση μόνο σε ένα από τα πέντε καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας, ενώ ακόμη και όταν ένα νέο φάρμακο φτάνει στη χώρα απαιτούνται κατά μέσο όρο 641 ημέρες από την ευρωπαϊκή έγκριση έως την αποζημίωσή του. Πού εντοπίζετε τα σημαντικότερα εμπόδια στη διαδρομή μιας νέας θεραπείας προς τον ασθενή;
Τα εμπόδια πρέπει να τα εξετάσουμε σε ολόκληρο το ταξίδι του ασθενή, ξεκινώντας από την πρόληψη, συνεχίζοντας με την έγκαιρη διάγνωση και φτάνοντας στην απρόσκοπτη πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία και στη συνεχή φροντίδα.
Η πρώτη πρόκληση είναι η έγκαιρη και σωστή διάγνωση. Ιδιαίτερα στις σπάνιες παθήσεις, αλλά και σε συχνότερα χρόνια νοσήματα, η υποδιάγνωση και οι καθυστερήσεις μπορούν να στερήσουν πολύτιμο χρόνο. Χρειάζονται μεγαλύτερη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, ενίσχυση της εκπαίδευσης των επαγγελματιών υγείας και σαφείς διαδρομές παραπομπής.
Στη συνέχεια, υπάρχουν εμπόδια στην ίδια τη διαδικασία πρόσβασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξωτερικό κριτήριο αξιολόγησης: για τα φάρμακα στα οποία εφαρμόζεται, απαιτείται προηγούμενη αποζημίωση σε τουλάχιστον πέντε από έντεκα συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες προτού ξεκινήσει η αξιολόγησή τους στην Ελλάδα. Έτσι, η έναρξη της ελληνικής διαδικασίας εξαρτάται από αποφάσεις άλλων συστημάτων υγείας. Η προϋπόθεση αυτή παρατείνει αδικαιολόγητα τον συνολικό χρόνο αξιολόγησης και καθυστερεί τελικά την πρόσβαση των ασθενών στις νέες θεραπείες.
Εξίσου κρίσιμη είναι η χρηματοδότηση. Χρειαζόμαστε έναν προϋπολογισμό που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες υγείας και προβλέπει την είσοδο νέων θεραπειών. Οι υπέρμετρες και απρόβλεπτες υποχρεωτικές επιστροφές επιβαρύνουν τη βιωσιμότητα της διάθεσης των φαρμάκων και δυσχεραίνουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Επομένως, απαιτούνται ουσιαστικές και συντονισμένες παρεμβάσεις σε όλα αυτά τα σημεία: ταχύτερη διάγνωση, έγκαιρη πρόσβαση στη θεραπεία και επαρκής χρηματοδότηση. Στόχος πρέπει να είναι η βελτίωση ολόκληρου του ταξιδιού του ασθενή, από την αρχή έως τη μακροχρόνια φροντίδα του.
Η μελέτη του WifOR Institute εκτιμά ότι στην Ελλάδα κάθε 1 ευρώ δαπάνης για την υιοθέτηση νεότερων φαρμάκων αντιστοιχεί σε σχεδόν 6 ευρώ κοινωνικής και οικονομικής αξίας. Πώς μπορεί η αξιολόγηση των νέων θεραπειών να λαμβάνει υπόψη, πέρα από την άμεση επίπτωση στον φαρμακευτικό προϋπολογισμό, οφέλη όπως η μείωση της θνησιμότητας και των νοσηλειών, τα οφέλη στην παραγωγικότητα και η ελάφρυνση του φορτίου για τις οικογένειες και τους φροντιστές;
Η αξιολόγηση μιας θεραπείας χρειάζεται να υιοθετεί και την οπτική της κοινωνίας, αυτό που στα οικονομικά της υγείας ονομάζουμε «societal perspective». Να εξετάζει, δηλαδή, το συνολικό όφελος και κόστος για την κοινωνία, πέρα από τη δαπάνη αγοράς του φαρμάκου.
Μια αποτελεσματικότερη θεραπεία μπορεί να μειώνει τις νοσηλείες, τις επιπλοκές και την ανάγκη για άλλες υπηρεσίες υγείας, περιορίζοντας άμεσα κόστη του συστήματος. Μπορεί επίσης να μειώνει έμμεσα κόστη, όπως οι ημέρες απουσίας από την εργασία, η πρόωρη αποχώρηση από την επαγγελματική ζωή και ο χρόνος φροντίδας που προσφέρουν οι οικογένειες. Όταν ένας ασθενής ή ένας φροντιστής μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται, διατηρεί το εισόδημά του και συμβάλλει στην οικονομική δραστηριότητα, με θετικές προεκτάσεις και για τα φορολογικά έσοδα και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Αυτές οι επιδράσεις χρειάζεται να αποτυπώνονται με σαφή μεθοδολογία, διακρίνοντας το κοινωνικό όφελος από τη δημοσιονομική επίπτωση και αποφεύγοντας τη διπλή καταμέτρηση. Βεβαίως, η αξία της υγείας κάθε ανθρώπου παραμένει ανεξάρτητη από την ηλικία ή την εργασιακή του κατάσταση.
Στην πράξη, απαιτούνται τα κατάλληλα δεδομένα και εργαλεία για την εφαρμογή μιας τέτοιας προσέγγισης, και χρονικός ορίζοντας που επιτρέπει να αποτυπωθούν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Μια πρόσθετη δαπάνη σήμερα μπορεί να προσφέρει σημαντικό όφελος τα επόμενα χρόνια. Το ζητούμενο είναι οι αποφάσεις να στηρίζονται σε αυτή την ολοκληρωμένη εικόνα, ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να υπηρετούν αποτελεσματικά την υγεία των πολιτών και τη βιωσιμότητα του συστήματος.
Μια αποτελεσματικότερη θεραπεία μπορεί να μειώνει τις νοσηλείες, τις επιπλοκές και την ανάγκη για άλλες υπηρεσίες υγείας
Στις σπάνιες παθήσεις, η αξιολόγηση μιας νέας θεραπείας βασίζεται συχνά σε δεδομένα από μικρούς πληθυσμούς ασθενών και συνοδεύεται από μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Χρειάζεται ένα διαφορετικό πλαίσιο αξιολόγησης και αποζημίωσης για τις θεραπείες αυτές; Πώς μπορεί να εξασφαλιστεί ταχύτερη πρόσβαση, χωρίς να υποχωρεί η τεκμηρίωση των αποφάσεων;
Χρειαζόμαστε ένα πλαίσιο αξιολόγησης που να αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των σπάνιων παθήσεων και να προσαρμόζει ανάλογα τις απαιτήσεις τεκμηρίωσης. Οι μικροί πληθυσμοί, η ετερογένεια των νοσημάτων και η περιορισμένη γνώση της φυσικής τους ιστορίας δυσκολεύουν συχνά τη συγκέντρωση δεδομένων αντίστοιχων με εκείνα που διαθέτουμε για συχνότερες παθήσεις. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τα διαθέσιμα στοιχεία.
Η αξιολόγηση χρειάζεται να συνεκτιμά τη σοβαρότητα της νόσου, την απουσία θεραπευτικών επιλογών και το όφελος που έχει σημασία για τον ασθενή. Η διατήρηση της αυτονομίας ή η επιβράδυνση μιας μη αναστρέψιμης επιδείνωσης μπορεί να αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό αποτέλεσμα για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Η αβεβαιότητα πρέπει να προσδιορίζεται και να αντιμετωπίζεται με συγκεκριμένο σχέδιο. Όπου δικαιολογείται από τα διαθέσιμα στοιχεία, η πρόσβαση μπορεί να συνδέεται με οργανωμένη συλλογή δεδομένων, σαφή κριτήρια παρακολούθησης και επαναξιολόγηση σε προκαθορισμένο χρόνο. Μητρώα ασθενών και κατάλληλα σχεδιασμένες συμφωνίες πρόσβασης μπορούν να υποστηρίξουν αυτή την προσέγγιση, εφόσον υπάρχουν οι υποδομές για την εφαρμογή τους.
Καθοριστική είναι και η συμμετοχή εξειδικευμένων κλινικών. Στόχος είναι να λαμβάνουμε έγκαιρες, τεκμηριωμένες αποφάσεις, αναγνωρίζοντας ότι και η αναμονή έχει κόστος: για έναν ασθενή με προοδευτική νόσο, ο χρόνος που χάνεται μπορεί να σημαίνει απώλεια λειτουργικότητας που δεν ανακτάται.
Έχετε συνδέσει τα πιλοτικά προγράμματα πνευμονικής αποκατάστασης με την παραγωγή δεδομένων πραγματικού κόσμου και την τεκμηρίωση της αξίας τους για τους ασθενείς και το σύστημα υγείας. Τι απαιτείται ώστε η πνευμονική αποκατάσταση να περάσει από το πιλοτικό στάδιο σε ένα οργανωμένο και αποζημιούμενο μοντέλο φροντίδας σε εθνικό επίπεδο;
Το πρόγραμμα «Ζωή με ΧΑΠ» της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας, το οποίο υποστηρίζουμε στη Chiesi Hellas, αποτελεί μια πιλοτική πρωτοβουλία πνευμονικής αποκατάστασης που υλοποιείται σε συνεργασία με τρεις Δήμους. Μέσα από οργανωμένες μη φαρμακολογικές υπηρεσίες στην κοινότητα, το πρόγραμμα στηρίζει ανθρώπους με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, με στόχο να βελτιώσουν τη λειτουργικότητα και την καθημερινότητά τους.
Η στρατηγική μας επιδίωξη, μέσα από την υποστήριξη αυτής της πρωτοβουλίας, είναι να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος πνευμονικής αποκατάστασης. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από την εφαρμογή του προγράμματος καταδεικνύουν βελτίωση στην ποιότητα ζωής των συμμετεχόντων με ΧΑΠ. Παράλληλα, η υλοποίησή του σε επίπεδο Δήμων προσφέρει πρακτική εμπειρία για το πώς αυτές οι υπηρεσίες μπορούν να οργανωθούν κοντά στον ασθενή.
Πρόκειται για μια εμπειρία που αξίζει να αξιοποιήσει η Πολιτεία, τόσο ως τεκμηρίωση της αξίας της παρέμβασης όσο και ως οδηγό για την ευρύτερη εφαρμογή της. Το επόμενο βήμα απαιτεί σαφείς διαδρομές παραπομπής, προδιαγραφές ποιότητας, κατάλληλες διεπιστημονικές ομάδες και σταθερή χρηματοδότηση μέσω θεσμοθετημένης αποζημίωσης. Η συστηματική παρακολούθηση των αποτελεσμάτων πρέπει να συνοδεύει και την επέκταση του μοντέλου.
Κεντρικός στόχος είναι η ισότιμη πρόσβαση. Ο τόπος κατοικίας, η οικονομική κατάσταση ή η δυσκολία μετακίνησης δεν πρέπει να καθορίζουν αν ένας ασθενής θα μπορέσει να ωφεληθεί από την πνευμονική αποκατάσταση. Θέλουμε η γνώση και τα αποτελέσματα αυτής της πρωτοβουλίας της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας να αποτελέσουν τη βάση για μια μόνιμη υπηρεσία φροντίδας, διαθέσιμη σε κάθε ασθενή που τη χρειάζεται.
Η Chiesi επενδύει στην ανάπτυξη νέας γενιάς εισπνεόμενων θεραπειών με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Πώς μπορεί το πλαίσιο αξιολόγησης και αποζημίωσης να αναγνωρίζει την περιβαλλοντική αξία αυτής της καινοτομίας και ποιες αλλαγές χρειάζονται στην Ελλάδα;
Η ανάπτυξη εισπνεόμενων θεραπειών με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα θέτει ένα συγκεκριμένο ερώτημα πολιτικής υγείας: πώς αναγνωρίζουμε αυτή την πρόσθετη αξία στις αποφάσεις αξιολόγησης και αποζημίωσης; Για να υποστηρίξουμε τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο σύστημα υγείας, χρειάζεται η περιβαλλοντική διάσταση να αποκτήσει σαφή θέση στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τις τεχνολογίες υγείας.
Η πρότασή μας είναι να ξεκινήσει ένας οργανωμένος διάλογος για τη σταδιακή ενσωμάτωση κριτηρίων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στο HTA. Αυτό απαιτεί κοινά αποδεκτή μεθοδολογία: ποιο περιβαλλοντικό όφελος μετράμε, με ποια δεδομένα, σε ποιον χρονικό ορίζοντα και πώς το συνεκτιμούμε μαζί με την κλινική αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την οικονομική αποδοτικότητα. Για παράδειγμα, μια τεκμηριωμένη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να μπορεί να αποτυπώνεται στην αξιολόγηση.
Για τη Chiesi, η προετοιμασία για τη νέα γενιά εισπνεόμενων θεραπειών περιλαμβάνει ακριβώς αυτή την προσπάθεια: να συμβάλουμε με επιστημονική τεκμηρίωση και συνεργασία στη διαμόρφωση ενός πλαισίου που αναγνωρίζει πληρέστερα την αξία τους. Ο διάλογος με την Πολιτεία, τους ειδικούς στην αξιολόγηση, την επιστημονική κοινότητα και τους ασθενείς χρειάζεται να ξεκινήσει εγκαίρως, ώστε να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές.
Η κλινική καταλληλόλητα παραμένει θεμελιώδης προϋπόθεση κάθε θεραπευτικής επιλογής. Πάνω σε αυτή τη βάση, η αναγνώριση της περιβαλλοντικής αξίας μπορεί να συνδέσει τις αποφάσεις πρόσβασης με τους μακροπρόθεσμους στόχους βιωσιμότητας του συστήματος υγείας.
Αν έπρεπε να επιλέξετε μία μόνο μεταρρύθμιση που μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά την πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στην καινοτομία μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, ποια θα ήταν αυτή;
Θα επέλεγα τη μετάβαση από το σημερινό μοντέλο επιτροπής αξιολόγησης σε έναν μόνιμο, οργανωμένο και επαρκώς στελεχωμένο Οργανισμό Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας. Έναν φορέα με επιστημονική ανεξαρτησία, εξειδικευμένο προσωπικό, διαφανείς διαδικασίες και σαφή χρονοδιαγράμματα, που θα υποστηρίζει με συνέχεια και συνέπεια τις αποφάσεις για την αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων.
Η αποστολή του χρειάζεται να καλύπτει έναν ολοκληρωμένο κύκλο: από την έγκαιρη αναγνώριση των θεραπειών που αναμένονται και την αξιολόγηση της αξίας τους, έως τη διαμόρφωση και επικαιροποίηση θεραπευτικών πρωτοκόλλων, την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων στην κλινική πράξη και την επαναξιολόγηση. Με σαφείς αρμοδιότητες και συνεργασία με τους υπόλοιπους θεσμούς, μπορεί να συνδέει την απόφαση αποζημίωσης με το ποιοι ασθενείς λαμβάνουν μια θεραπεία και ποιο όφελος τελικά αποκομίζουν.
Αυτό προϋποθέτει πρόσβαση σε αξιόπιστα δεδομένα, αξιοποίηση μητρώων ασθενών και ουσιαστική συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας. Απαιτεί επίσης αξιολόγηση με ευρύτερη κοινωνική οπτική, ώστε να συνεκτιμώνται τα οφέλη για τις οικογένειες, τους φροντιστές και την κοινωνία.
Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια μπορούμε να θέσουμε τις βάσεις και να προχωρήσουμε στα πρώτα ουσιαστικά βήματα λειτουργίας ενός τέτοιου οργανισμού. Το ζητούμενο είναι μια μεταρρύθμιση με πραγματική επιχειρησιακή δυνατότητα, που θα προσφέρει ταχύτερες και καλύτερα τεκμηριωμένες αποφάσεις, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και ουσιαστική λογοδοσία για τα αποτελέσματα στην υγεία των ασθενών.






































