Ilona Torontali: Η Ελλάδα μπορεί να πρωταγωνιστήσει στη φαρμακευτική καινοτομία
Τον κρίσιμο ρόλο της φαρμακευτικής καινοτομίας για την υγεία, την οικονομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη ανέδειξε η Ilona Torontali, Global Head of Pharma Pricing and Reimbursement της Roche, στο πάνελ με τίτλο “Unlocking Greece’s Potential as a Life Sciences Innovation Hub”, που πραγματοποιήθηκε στις 3 Ιουλίου 2025, στο πλαίσιο του 29ου Annual Government Roundtable του Economist.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για επενδύσεις στις βιοεπιστήμες και στον κίνδυνο η Ευρώπη να μείνει πίσω σε επίπεδο έρευνας, καινοτομίας και κλινικής ανάπτυξης. Στο επίκεντρο του διαλόγου βρέθηκε η Ελλάδα, η οποία διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα ώστε να εξελιχθεί σε κόμβο καινοτομίας, με αιχμή του δόρατος την κλινική έρευνα και τις δημόσιες-ιδιωτικές συνέργειες.
Στη συζήτηση, που συντόνισε ο John Andrews, Consultant Editor στο The Economist, μαζί με την Ilona Torontali συμμετείχαν ο Μάριος Θεμιστοκλέους, Υφυπουργός Υγείας, ο Πάνος Καναβός, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Υγείας και Αναπληρωτής Διευθυντής του LSE Health.
Μάριος Θεμιστοκλέους, Υφυπουργός Υγείας
John Andrews, Consultant Editor, The Economist
Ilona Torontali, Global Ηead Pharma Pricing and Reimbursement, Roche
Η υγεία είναι επένδυση υψηλής αξίας
Στην τοποθέτησή της, η Ilona Torontali ανέδειξε τον στενό δεσμό ανάμεσα στη φαρμακευτική καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη. Επικαλούμενη μελέτη της McKinsey, σημείωσε ότι για κάθε δολάριο που επενδύεται στην υγεία, η απόδοση για την οικονομία μπορεί να φτάσει έως και τέσσερα δολάρια. Όπως τόνισε, τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν την ανάγκη να μην αντιμετωπίζεται η υγεία ως κόστος, αλλά ως επένδυση υψηλής αξίας για την κοινωνία και την οικονομία.
Παράλληλα, υπογράμμισε τα ανεκτίμητα οφέλη για τους ασθενείς, επισημαίνοντας ότι η φαρμακευτική καινοτομία συνέβαλε στο 35% της αύξησης του προσδόκιμου ζωής την περίοδο 1990–2015.
Συνέργειες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με αντίκτυπο στον ασθενή
Η Ilona Torontali τόνισε τη σημασία των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την ενίσχυση των συστημάτων υγείας, παρουσιάζοντας την πρωτοβουλία ΟΙΚΟΘΕΝ ως χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το πρόγραμμα, που υποστηρίζεται από τη Roche Hellas και ξεκίνησε στο Νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» σε συνεργασία με την EY Ελλάδος, δίνει τη δυνατότητα σε ογκολογικούς ασθενείς να λαμβάνουν θεραπείες που παραδοσιακά παρέχονται σε νοσοκομειακό περιβάλλον, από την άνεση του σπιτιού τους.
Υπενθυμίζεται ότι το ΟΙΚΟΘΕΝ έχει ήδη εξυπηρετήσει εκατοντάδες ασθενείς και έχει επεκταθεί σε τουλάχιστον πέντε μεγάλα νοσοκομεία, μεταξύ των οποίων το Θεαγένειο, το ΑΧΕΠΑ και το Πανεπιστημιακό Αλεξανδρούπολης. Το μοντέλο αυτό ενισχύει την ποιότητα ζωής των ασθενών, περιορίζει την ταλαιπωρία και τις μετακινήσεις και συμβάλλει στην αποσυμφόρηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Η δυναμική της Ελλάδας στην κλινική έρευνα
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η Ilona Torontali στη διαχρονική δέσμευση της Roche στην κλινική έρευνα, επισημαίνοντας ότι μόνο το 2024 η εταιρεία επένδυσε πάνω από 13 δισεκατομμύρια ελβετικά φράγκα σε δραστηριότητες Έρευνας και Ανάπτυξης παγκοσμίως.
Στην Ελλάδα, την περίοδο 2015–2025, περισσότεροι από 2.325 ασθενείς συμμετείχαν σε κλινικές δοκιμές της Roche, ενώ μόνο το 2025 λειτουργούν 144 ερευνητικά κέντρα σε όλη τη χώρα που συμμετέχουν ενεργά σε μελέτες. Όπως ανέφερε, τα στοιχεία αυτά αντικατοπτρίζουν το υψηλό επίπεδο επιστημονικής επάρκειας και την αξιοσημείωτη δυναμική του ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα.
Καθυστερήσεις και εμπόδια στην πρόσβαση
Παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας στον τομέα της κλινικής έρευνας, η Ilona Torontali υπογράμμισε ότι η χώρα εξακολουθεί να υστερεί στην προσέλκυση νέων επενδύσεων, εξαιτίας της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου και της απουσίας ισχυρών οικονομικών και ρυθμιστικών κινήτρων. Όπως σημείωσε, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 15η θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. ως προς τον αριθμό νέων αιτήσεων για κλινικές δοκιμές και στη 13η θέση όσον αφορά τις εν εξελίξει μελέτες.
Επιπλέον, τόνισε την ανάγκη να επιταχυνθεί η πρόσβαση των ασθενών στις εγκεκριμένες θεραπείες. Όπως επεσήμανε, ο χρόνος που μεσολαβεί από την έγκριση μιας νέας θεραπείας από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) έως τη διάθεσή της στους Ευρωπαίους ασθενείς φτάνει κατά μέσο όρο τις 531 ημέρες — διάστημα που βαίνει αυξανόμενο. Η καθυστέρηση αυτή λειτουργεί αποθαρρυντικά για την καινοτομία και στερεί από τους ασθενείς έγκαιρη πρόσβαση σε νέες θεραπευτικές επιλογές.
Η φαρμακευτική πολιτική πρέπει να ενισχύσει την καινοτομία
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η Ilona Torontali υπογράμμισε ότι για να αξιοποιήσει η Ελλάδα το πλήρες επενδυτικό της δυναμικό στον τομέα των βιοεπιστημών, απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση στη φαρμακευτική πολιτική. Όπως σημείωσε, είναι αναγκαία μια πολιτική που να διασφαλίζει δίκαιη και επαρκή κατανομή του προϋπολογισμού για την υγεία, ενώ παράλληλα ενισχύει ένα σταθερό και φιλικό προς την καινοτομία περιβάλλον.
Μια τέτοια προσέγγιση, όπως ανέφερε, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός βιώσιμου συστήματος υγείας, στη βελτίωση των δεικτών δημόσιας υγείας και στην ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας. Η Roche, κατέληξε, παραμένει σταθερά προσηλωμένη στη συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, με στόχο τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων ώστε η καινοτομία να ευδοκιμήσει πραγματικά στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα έχει τις βάσεις
Η τοποθέτηση της Ilona Torontali ανέδειξε συγκεκριμένα σημεία στα οποία η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τη θέση της, τόσο ως χώρα υποδοχής κλινικών ερευνών όσο και ως συνεργάτης στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την καινοτομία στις βιοεπιστήμες. Η ανάγκη για σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, λειτουργικά κίνητρα και ταχύτερη πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες δεν αφορά μόνο τις φαρμακευτικές εταιρείες — αφορά συνολικά την εικόνα του συστήματος υγείας και τις δυνατότητές του να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Πρωτοβουλίες όπως το ΟΙΚΟΘΕΝ δείχνουν ότι υπάρχουν ήδη παραδείγματα πρακτικής εφαρμογής, στα οποία η χώρα μπορεί να στηριχθεί. Το ζητούμενο είναι να υπάρξει συνέχεια, συνέπεια και στρατηγική στόχευση, ώστε η Ελλάδα να μην αρκείται στο να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά να μπορεί να τις διεκδικεί και να τις διαμορφώνει.






































