Οι ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια ζητούν μείωση της συμμετοχής στα φάρμακα
Για έναν ασθενή με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, ακόμη και μια απλή καθημερινή δραστηριότητα μπορεί να γίνει δύσκολη. Η δύσπνοια, η κόπωση και οι περιορισμοί στην κίνηση κάνουν τη σταθερή λήψη της φαρμακευτικής αγωγής αναγκαία όχι μόνο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων, αλλά και για τη μείωση του κινδύνου επιδείνωσης και νοσηλείας.
Με επιστολή του προς τον Υπουργό Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Πασχόντων από Καρδιοπάθειες ζητά να μειωθεί η συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη για τους ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια 3ου και 4ου σταδίου. Το αίτημα αφορά τη μείωση της συμμετοχής από το 25% στο 10% για τις βασικές κατηγορίες φαρμάκων που χρειάζονται οι συγκεκριμένοι ασθενείς, ώστε να μπορούν να ακολουθούν με συνέπεια τη θεραπεία τους.
Στην επιστολή του, ο Σύνδεσμος αναφέρει ότι το ζήτημα έχει τεθεί από μέλη του και άλλους ασθενείς, οι οποίοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο κόστος της αναγκαίας αγωγής. Όπως επισημαίνει, η συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια στα στάδια 3 και 4 συνοδεύεται από σημαντικούς περιορισμούς στην καθημερινότητα, καθώς ακόμη και ήπια σωματική δραστηριότητα, όπως το περπάτημα λίγων μέτρων, μπορεί να προκαλεί έντονα συμπτώματα.
Ο Σύνδεσμος χαρακτηρίζει την καρδιακή ανεπάρκεια «σιωπηλή επιδημία», καθώς εκτιμάται ότι περίπου το 3% του ενήλικου πληθυσμού παρουσιάζει αντίστοιχα συμπτώματα, ενώ στις ηλικίες άνω των 70 ετών το ποσοστό φθάνει περίπου στο 10%. Επισημαίνει ακόμη ότι ο πραγματικός αριθμός των ασθενών πιθανότατα υποεκτιμάται, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες.
Η συχνότητα της νόσου και η βαρύτητα των συμπτωμάτων συνδέονται άμεσα με την ανάγκη για σταθερή και πλήρη θεραπεία. Για τους ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια, η φαρμακευτική αγωγή είναι κρίσιμη για τη συγκράτηση των συμπτωμάτων, τη διατήρηση ενός ανεκτού επιπέδου ζωής και τη μείωση του κινδύνου επιδείνωσης.
Η σημασία της θεραπείας αποτυπώνεται και στη νοσοκομειακή επιβάρυνση που προκαλεί η νόσος. Η καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί κύρια αιτία εισαγωγής στο νοσοκομείο για άτομα άνω των 65 ετών, ενώ οι εξάρσεις της νόσου επιβαρύνουν σημαντικά τόσο τους ασθενείς όσο και το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Στην επιστολή του, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Πασχόντων από Καρδιοπάθειες αναφέρει ότι η αντιμετώπιση της νόσου βασίζεται συχνά σε συνδυασμό φαρμάκων, που μπορεί να περιλαμβάνει αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης και της νεπριλυσίνης, βήτα-αναστολείς, ανταγωνιστές της αλδοστερόνης, αναστολείς SGLT2 και διουρητικά. Στην πράξη, πολλοί ασθενείς χρειάζεται να λαμβάνουν καθημερινά δύο, τρία ή και περισσότερα σκευάσματα, ώστε η κατάστασή τους να παραμένει όσο γίνεται πιο σταθερή.
Το κόστος αυτής της θεραπείας μπορεί να γίνει ιδιαίτερα υψηλό, καθώς ορισμένα από τα φάρμακα που θεωρούνται απαραίτητα είναι ακριβά, ενώ δεν υπάρχουν πάντοτε διαθέσιμα γενόσημα ή δεν συστήνονται σε όλες τις περιπτώσεις. Για τους ασθενείς που επιβαρύνονται ήδη από συνοσηρότητες και πρόσθετες φαρμακευτικές ανάγκες, η συμμετοχή 25% στη φαρμακευτική δαπάνη μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο στη συστηματική λήψη της αγωγής.
Ο Σύνδεσμος σημειώνει ότι αντίστοιχη μειωμένη συμμετοχή ισχύει ήδη για τη συγγενή καρδιοπάθεια και ζητά να υπάρξει ανάλογη πρόβλεψη και για τους ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια. Όπως υποστηρίζει, μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να βοηθήσει χιλιάδες πάσχοντες να παραμείνουν συνεπείς στα θεραπευτικά πρωτόκολλα που πρέπει να ακολουθούν σε μόνιμη βάση.
Παράλληλα, ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι το αίτημα αφορά και τη λειτουργία του συστήματος υγείας, καθώς η αποφυγή ή η ατελής λήψη της θεραπείας λόγω κόστους μπορεί τελικά να οδηγήσει σε περισσότερες εξάρσεις και νοσηλείες. Όπως υποστηρίζει, το δημοσιονομικό κόστος από τη μείωση της συμμετοχής μπορεί να αντισταθμιστεί από τη μείωση των νοσηλειών και τη βελτίωση της κατάστασης των ασθενών.
Για τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Πασχόντων από Καρδιοπάθειες, η συγκεκριμένη ρύθμιση συνδέεται και με την ανάγκη να τεθεί σε προτεραιότητα ο εκσυγχρονισμός του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας, ώστε να λαμβάνει καλύτερα υπόψη τις πραγματικές ανάγκες των χρόνιων ασθενών. Όπως υποστηρίζει, βασικός πυλώνας αυτής της αναμόρφωσης πρέπει να είναι μια ουσιαστικά ασθενοκεντρική προσέγγιση, ιδιαίτερα για παθήσεις που απαιτούν μόνιμη και συνδυαστική θεραπεία.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η σχετική ρύθμιση θα πρέπει να προχωρήσει από το Υπουργείο Υγείας και τον ΕΟΠΥΥ, σε συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα, τη φαρμακευτική βιομηχανία και τους φορείς εκπροσώπησης των χρόνιων ασθενών, ώστε η οικονομική συμμετοχή να μην γίνεται εμπόδιο στη σταθερή λήψη της αναγκαίας αγωγής.




































