Προχωρά, αλλά με αργά βήματα ο HPV εμβολιασμός στην Ελλάδα

Ο εμβολιασμός έναντι του HPV είναι ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία πρόληψης του καρκίνου που διαθέτει σήμερα η δημόσια υγεία. Στοχεύει πρωτίστως στον καρκίνο τραχήλου της μήτρας, αλλά αφορά συνολικά την προστασία γυναικών και ανδρών από πολλαπλές HPV-σχετιζόμενες κακοήθειες.

Μέχρι σήμερα δεν υπήρχε στη χώρα μια συστηματική, εθνική καταγραφή που να δείχνει με ακρίβεια πόσα παιδιά και έφηβοι έχουν εμβολιαστεί, σε ποιες ηλικίες και με ποιες διαφοροποιήσεις ανά φύλο ή περιοχή. Το κενό αυτό καλύπτει μελέτη που δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Vaccine και αξιοποίησε ανωνυμοποιημένα ψηφιακά δεδομένα από το Εθνικό Σύστημα Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης (ΗΔΙΚΑ) και το Μητρώο ΑΜΚΑ για την περίοδο 2022–2024, σε παιδιά ηλικίας 9 έως 15 ετών.

Για πρώτη φορά η πορεία του HPV εμβολιασμού στην Ελλάδα εξετάζεται μέσα από διοικητικά δεδομένα που καλύπτουν το σύνολο της χώρας. Τα στοιχεία δείχνουν μια πραγματικότητα με δύο όψεις. Καταγράφεται πρόοδος, ιδιαίτερα μετά την ένταξη και των αγοριών στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών. Ωστόσο η πλήρης κάλυψη παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τον στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

 

Αυξάνονται τα ποσοστά έναρξης του εμβολιασμού

Τα στοιχεία αποτυπώνουν σταθερή άνοδο στην έναρξη του HPV εμβολιασμού, δηλαδή στη χορήγηση τουλάχιστον μίας δόσης. Στα κορίτσια ηλικίας 9–15 ετών το ποσοστό όσων έχουν ξεκινήσει τον εμβολιασμό αυξάνεται από 34,7% το 2022 σε 41,4% το 2024, καταγράφοντας μεν πρόοδο, αλλά αφήνοντας ακόμη μεγάλο μέρος του πληθυσμού χωρίς καμία δόση.

Πιο έντονη είναι η μεταβολή στα αγόρια, μετά και την ένταξή τους στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών. Το ποσοστό έναρξης στην ίδια ηλικιακή ομάδα ανεβαίνει από 10,8% το 2022 σε 31,4% το 2024, μια αύξηση που δείχνει ότι η πολιτική διεύρυνσης του εμβολιασμού αποδίδει, χωρίς όμως να σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κάλυψη.

Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν ένα διπλό μήνυμα για τη δημόσια υγεία. Ο HPV εμβολιασμός κερδίζει έδαφος, αλλά η πλειονότητα των παιδιών και εφήβων εξακολουθεί να μην έχει λάβει ούτε την πρώτη δόση.

 

Ο εμβολιασμός δεν ξεκινά στην ηλικία που συνιστάται

Παρά τη γενική άνοδο στα ποσοστά έναρξης, τα δεδομένα δείχνουν ότι ο εμβολιασμός συχνά δεν ξεκινά στην ηλικία που συνιστάται. Η ηλικιακή ομάδα 9–11 ετών, που αποτελεί το βασικό παράθυρο για την έγκαιρη προστασία, εμφανίζει χαμηλή κάλυψη ακόμη και το 2024. Μόλις 18,6% των κοριτσιών και 16,6% των αγοριώνσε αυτές τις ηλικίες έχουν λάβει τουλάχιστον μία δόση HPV εμβολίου.

Αντίθετα, στις μεγαλύτερες ηλικίες τα ποσοστά αυξάνονται, γεγονός που δείχνει ότι μεγάλο μέρος του εμβολιασμού πραγματοποιείται με καθυστέρηση. Η τάση αυτή έχει σημασία, καθώς ο HPV εμβολιασμός είναι πιο αποτελεσματικός όταν γίνεται πριν την έναρξη της σεξουαλικής ζωής, σύμφωνα με τις διεθνείς και εθνικές συστάσεις.

Η εικόνα γίνεται πιο σαφής όταν εξετάζονται τα παιδιά που φτάνουν τα 15 τους χρόνια. Στα κορίτσια, περίπου 6 στα 10 έχουν λάβει τουλάχιστον μία δόση πριν την ηλικία αυτή, ποσοστό που παραμένει σχετικά σταθερό τα τελευταία χρόνια. Στα αγόρια, αντίθετα, καταγράφεται ταχεία άνοδος, με το ποσοστό όσων έχουν ξεκινήσει εμβολιασμό πριν τα 15 να προσεγγίζει το 40% το 2024.

 

Η πλήρης εμβολιαστική κάλυψη παραμένει χαμηλή

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα όταν εξετάζεται η ολοκλήρωση του εμβολιαστικού σχήματος, δηλαδή η λήψη των δύο δόσεων μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Στα κορίτσια, η πλήρης κάλυψη αυξάνεται από 47,7% το 2022 σε περίπου 52,5% το 2024. Η βελτίωση είναι σαφής, όμως πρακτικά σημαίνει ότι σχεδόν ένα στα δύο κορίτσια δεν έχει ολοκληρώσει τον εμβολιασμό στην ηλικία-ορόσημο.

Στα αγόρια, η μεταβολή είναι θεαματική, αλλά το τελικό επίπεδο παραμένει χαμηλό. Το ποσοστό πλήρους εμβολιασμού μέχρι τα 15 έτη ανεβαίνει από μόλις 1,0% το 2022 σε 27,7% το 2024. Η αύξηση αντανακλά την πρόσφατη ένταξη των αγοριών στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, ωστόσο δείχνει ότι ακόμη και σήμερα μόνο περίπου ένα στα τέσσερα αγόρια είναι πλήρως εμβολιασμένο στην ηλικία αυτή.

Τα στοιχεία της μελέτης φανερώνουν ότι η Ελλάδα παραμένει μακριά από τον στόχο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για 90% πλήρη εμβολιαστική κάλυψη στα κορίτσια έως την ηλικία των 15 ετών μέχρι το 2030, στο πλαίσιο της παγκόσμιας στρατηγικής για την εξάλειψη του καρκίνου τραχήλου μήτρας.

 

Μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες

Η ανάλυση ανά διοικητική περιφέρεια δείχνει ότι η πρόοδος στον HPV εμβολιασμό δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στη χώρα. Καταγράφονται σημαντικές διαφορές τόσο στην έναρξη όσο και στην ολοκλήρωση του εμβολιασμού, οι οποίες συνδέονται με τη γεωγραφία και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Η Κρήτη εμφανίζει σταθερά τα υψηλότερα ποσοστά, τόσο ως προς την έναρξη όσο και ως προς την πλήρη εμβολιαστική κάλυψη. Στον αντίποδα, οι περιφέρειες Βορείου και Νοτίου Αιγαίου καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά, ιδιαίτερα στα παιδιά που φτάνουν τα 15 έτη. Η εικόνα αυτή συνδέεται με γνωστές προκλήσεις πρόσβασης στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές δείχνουν ότι η εθνική πρόοδος συγκαλύπτει περιοχές με επίμονα χαμηλή κάλυψη, οι οποίες απαιτούν στοχευμένες παρεμβάσεις σε επίπεδο κοινότητας.

 

Έντονες κοινωνικές ανισότητες

Πέρα από τις γεωγραφικές διαφορές, η μελέτη αναδεικνύει σαφείς κοινωνικές ανισότητες στην εμβολιαστική κάλυψη. Τα παιδιά και οι έφηβοι που έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδας εμφανίζουν σταθερά χαμηλότερα ποσοστά τόσο έναρξης όσο και ολοκλήρωσης του HPV εμβολιασμού σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που έχουν γεννηθεί στη χώρα.

Η διαφορά είναι ιδιαίτερα έντονη στα κορίτσια. Στην ηλικιακή ομάδα 9–15 ετών, η κατάλληλη έναρξη του εμβολιασμού καταγράφεται σε ποσοστά περίπου τριπλάσια για όσες έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα σε σχέση με όσες έχουν γεννηθεί σε άλλη χώρα. Το εύρημα αυτό φανερώνει ότι παρά τη δωρεάν διάθεση του εμβολίου μέσω του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών, παράγοντες όπως η ενημέρωση, η επαφή με τις υπηρεσίες υγείας και οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες επηρεάζουν ουσιαστικά την πρόσβαση στην πρόληψη.

Η διαπίστωση αυτή υπογραμμίζει πως η βελτίωση των συνολικών ποσοστών δεν αρκεί από μόνη της. Η μείωση των ανισοτήτων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την επίτευξη υψηλής και δίκαιης εμβολιαστικής κάλυψης στον παιδικό και εφηβικό πληθυσμό.

 

Η στρατηγική σημασία των ψηφιακών υποδομών

Πέρα από τα επιμέρους ποσοστά, η μελέτη αναδεικνύει και τη στρατηγική σημασία των ψηφιακών υποδομών για τη Δημόσια Υγεία. Η αξιοποίηση δεδομένων από την ηλεκτρονική συνταγογράφηση επιτρέπει τη συστηματική και διαχρονική παρακολούθηση της εμβολιαστικής κάλυψης σε εθνικό επίπεδο, καθώς και τον εντοπισμό «κενών» ανά ηλικία, φύλο, γεωγραφική περιοχή και κοινωνική ομάδα.

Μέσα από τέτοιου τύπου δεδομένα, η εμβολιαστική πολιτική μπορεί να σχεδιάζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στη συνολική αύξηση των ποσοστών, αλλά και στη μείωση των ανισοτήτων. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη ενίσχυσης της έγκαιρης έναρξης του εμβολιασμού, ιδιαίτερα στις ηλικίες 9–11 ετών, καθώς και τη σημασία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ως βασικού διαύλου πρόληψης.

Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές, αλλά και σε κοινωνικές ομάδες που εμφανίζουν χαμηλότερη κάλυψη, μέσα από δράσεις ενημέρωσης γονέων και εφήβων και ενίσχυση της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας. Η αξιοποίηση των εθνικών ψηφιακών δεδομένων δείχνει ότι η παρακολούθηση της εμβολιαστικής κάλυψης δεν αποτελεί απλώς εργαλείο καταγραφής, αλλά βασικό μηχανισμό σχεδιασμού πολιτικής πρόληψης.