Τα νέα φάρμακα μένουν εκτός Ελλάδας λόγω της υποχρηματοδότησης;
Σήμα κινδύνου εκπέμπει με ψήφισμα που εξέδωσε στο πλαίσιο της Ετήσιας Τακτικής Γενικής του Συνέλευσης, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος, επισημαίνοντας πως η φαρμακευτική πολιτική στη χώρα έχει φτάσει σε οριακό σημείο και χρειάζεται επανεκκίνηση.
Στο ψήφισμα διατυπώνεται με έμφαση η θέση του Συνδέσμου ότι οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις καλούνται να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης, καθώς οι υποχρεωτικές επιστροφές (clawback) ξεπερνούν την ίδια τη δημόσια χρηματοδότηση. Ο ΣΦΕΕ κάνει λόγο για μια παγκόσμια πρωτοτυπία, που κατά την εκτίμησή του αποτυπώνει όχι μόνο τη στρεβλότητα του συστήματος, αλλά και τα όρια της αντοχής του κλάδου.
Ο ΣΦΕΕ αποδίδει την παρούσα κατάσταση στην πολυετή υποχρηματοδότηση της φαρμακευτικής δαπάνης, ως απότοκο της οικονομικής κρίσης και των μνημονιακών περιορισμών. Παράλληλα, επισημαίνει καθυστερήσεις στην εφαρμογή κρίσιμων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως τα κλειδωμένα θεραπευτικά πρωτόκολλα, ο ψηφιακός φάκελος ασθενούς, τα μητρώα ασθενών και η ενίσχυση της χρήσης γενοσήμων. Κατά τον ΣΦΕΕ, όλα αυτά οδήγησαν σε υπέρμετρες επιστροφές και σε εμπόδια για την είσοδο νέων φαρμάκων στη χώρα.
Περαιτέρω, στο ψήφισμα καταγράφεται σοβαρός προβληματισμός για την εικόνα του clawback το 2023 και το 2024. Ο Σύνδεσμος σημειώνει ότι τα σημειώματα για το 2023 εστάλησαν με καθυστέρηση και περιλαμβάνουν σοβαρά λάθη, ενώ για το 2024 δεν έχει δοθεί ακόμη καμία επίσημη ενημέρωση. Η έλλειψη διαφάνειας και σταθερότητας, σε συνδυασμό με την ανοδική πορεία των επιστροφών, προκαλεί έντονη ανησυχία, ιδίως για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των νοσοκομειακών φαρμάκων.
Έμφαση δίνεται και στο ζήτημα της καινοτομίας, η οποία – σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ – όχι μόνο δεν ενθαρρύνεται, αλλά τιμωρείται. Ο Σύνδεσμος περιγράφει ένα περιβάλλον υπερφορολόγησης που λειτουργεί αποτρεπτικά, τόσο για την είσοδο νέων φαρμάκων όσο και για τις επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη. Όπως επισημαίνεται, την περίοδο 2020–2023, μόνο ένα στα πέντε νέα καινοτόμα φάρμακα που θα μπορούσαν να έχουν έρθει στην Ελλάδα κυκλοφόρησε τελικά στην αγορά.
Το ψήφισμα υπογραμμίζει επίσης τη συμβολή του κλάδου στην ελληνική οικονομία, κάνοντας αναφορά σε 120.000 θέσεις εργασίας και συμμετοχή στο 3,2% του ΑΕΠ. Ο ΣΦΕΕ εκτιμά ότι αυτή η δυναμική θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πιο ουσιαστικά, εφόσον υπάρξουν στρατηγικές που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και διευκολύνουν τις επενδύσεις.
Οι προτάσεις του ΣΦΕΕ
Ως απάντηση στα προβλήματα που αναδεικνύει, ο ΣΦΕΕ προτείνει τρεις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, με στόχο μια πιο βιώσιμη, προβλέψιμη και δίκαιη φαρμακευτική πολιτική:
- Σταδιακό επαναπροσδιορισμό της δημόσιας χρηματοδότησης, με ταυτόχρονη αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και μηχανισμών ελέγχου για καλύτερη αποδοτικότητα.
- Θέσπιση ανώτατου ορίου (cap) στις υποχρεωτικές επιστροφές και από κοινού αντιμετώπιση των υπέρογκων ποσών με την Πολιτεία.
- Ενίσχυση του αποτυπώματος του κλάδου στην οικονομία, με κίνητρα για επενδύσεις στην παραγωγή και την καινοτομία, και με περισσότερες συνεργασίες με διεθνείς εταιρείες και πανεπιστημιακά ιδρύματα.
Ο Σύνδεσμος τονίζει ότι, παρότι η παρούσα κυβέρνηση έχει αυξήσει τη δημόσια χρηματοδότηση περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στο παρελθόν, αυτή η αύξηση δεν επαρκεί για να καλύψει το τεράστιο χρηματοδοτικό κενό των προηγούμενων ετών. Αυτό, κατά τον ΣΦΕΕ, εξακολουθεί να αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο η Ελλάδα παραμένει μη ελκυστική για νέα φάρμακα. Παράλληλα, διατυπώνεται κριτική για την αργή πρόοδο στη βελτίωση της αποδοτικότητας και την εφαρμογή ουσιαστικών ελέγχων. Η συνεργασία με την Πολιτεία, όπως σημειώνεται, πρέπει να γίνει πιο ουσιαστική και να παράγει απτά αποτελέσματα.
Το ψήφισμα του ΣΦΕΕ φέρνει στο προσκήνιο για ακόμη μία φορά το χρόνιο πρόβλημα της χρηματοδότησης του φαρμάκου, αλλά και τη δυσκολία μετάβασης από τη διαχείριση κρίσεων σε μια συνεκτική πολιτική υγείας με προοπτική. Η επένδυση στην καινοτομία δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως βάρος. Και όσο η Πολιτεία καθυστερεί να μεταφράσει τις δεσμεύσεις της σε πράξεις, η φαρμακευτική πολιτική θα παραμένει ένα πεδίο διαρκούς τριβής, αντί για μοχλός ανάπτυξης και κοινωνικής προστασίας.









































