Σε «ηφαιστειακή πίεση» η κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα λόγω του clawback
Η κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα αποτελεί έναν κρίσιμο αλλά συχνά «αόρατο» πυλώνα του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Κάθε μέρα, χιλιάδες ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, σύνδρομο υπνικής άπνοιας, πνευμονική ίνωση ή κυστική ίνωση βασίζονται στις εταιρείες που φροντίζουν να έχουν στο σπίτι τους τον απαραίτητο εξοπλισμό και την τεχνική υποστήριξη για να αναπνέουν με ασφάλεια.
Πίσω από κάθε συσκευή οξυγόνου, CPAP ή BiPAP, υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα εξειδικευμένων επαγγελματιών που εγκαθιστούν, συντηρούν και υποστηρίζουν 24 ώρες το 24ωρο τους ασθενείς, αποσυμφορίζοντας τα νοσοκομεία και εξοικονομώντας πολύτιμους πόρους για τη δημόσια υγεία.
Ωστόσο, όπως τονίζει ο κ. Θεοφάνης Χασάπης, πρόεδρος του Συλλόγου Εταιρειών Παροχής Αναπνευστικών Υπηρεσιών (ΣΕΠΑΥ), αυτή η αλυσίδα φροντίδας βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο. Ο κ. Χασάπης επισημαίνει ότι «οι πάροχοι δηλώνουν αδυναμία να εξυπηρετήσουν νέα περιστατικά, καθώς το σύστημα αποζημίωσης από τον ΕΟΠΥΥ δεν καλύπτει το πραγματικό κόστος λειτουργίας» και υπογραμμίζει πως το αποτέλεσμα «είναι ότι οι πιο ευάλωτοι ασθενείς κινδυνεύουν να στερηθούν τη φροντίδα που χρειάζονται καθημερινά για να ζήσουν».
Το clawback οδηγεί την αναπνευστική φροντίδα σε ασφυξία
Σύμφωνα με τον ΣΕΠΑΥ, το μεγαλύτερο πρόβλημα που απειλεί σήμερα τη βιωσιμότητα των εταιρειών του κλάδου είναι το clawback, ο μηχανισμός αυτόματης επιστροφής χρημάτων προς τον ΕΟΠΥΥ όταν η συνολική δαπάνη ξεπερνά τον προϋπολογισμό.
Πρόκειται για μέτρο που θεσπίστηκε την περίοδο των μνημονίων ως προσωρινό εργαλείο ελέγχου της δημόσιας φαρμακευτικής και υγειονομικής δαπάνης, αλλά παραμένει ενεργό μέχρι σήμερα, παρά τις συνεχείς επισημάνσεις ότι οδηγεί σε στρεβλώσεις και αποεπένδυση.
Παρότι σχεδιάστηκε ως προσωρινό εργαλείο, το clawback έχει πλέον εξελιχθεί σε μόνιμο μηχανισμό που αντισταθμίζει το κενό χρηματοδότησης, μεταφέροντας το βάρος της ανεπαρκούς πρόβλεψης του προϋπολογισμού στους παρόχους.
Ο ετήσιος προϋπολογισμός για την κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα παραμένει κολλημένος στα 50 εκατ. ευρώ, παρότι οι ανάγκες των ασθενών αυξάνονται διαρκώς λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, των επιπλοκών μετά την COVID-19 και της έκρηξης των περιστατικών ΧΑΠ και υπνικής άπνοιας. Αποτέλεσμα; Το clawback και το rebate απορροφούν σχεδόν το 50% των τιμολογημένων υπηρεσιών, αφήνοντας στις εταιρείες ένα ποσό που δεν επαρκεί ούτε για τη συντήρηση του εξοπλισμού, ούτε για νέες επενδύσεις.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό που, όπως σημειώνει ο ΣΕΠΑΥ, «διαλύει κάθε προγραμματισμό και οδηγεί σε συνθήκες ασφυξίας». Η εικόνα είναι τόσο στρεβλή, ώστε – σύμφωνα με τον επίσημο πίνακα προείσπραξης clawback του ΕΟΠΥΥ (Απρίλιος 2025), ο οποίος περιλαμβάνει 55 κατηγορίες ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υπηρεσιών – η κατηγορία «Πρόσθετη Περίθαλψη – Αναπνευστικά / Συσκευές / Οξυγόνο» βρίσκεται στην πρώτη θέση ως προς το ποσοστό clawback.
Το κρίσιμο στοιχείο, όπως υπογραμμίζει ο ΣΕΠΑΥ, είναι ότι τα ίδια τα δεδομένα του ΕΟΠΥΥ, τα οποία προέρχονται από την ηλεκτρονική καταχώριση των barcodes και την ταυτοποίηση των ασφαλισμένων μέσω OTP, αποδεικνύουν πως δεν υπάρχει υπερκατανάλωση ή καταχρηστική συνταγογράφηση, αλλά πλήρως τεκμηριωμένη και ελεγχόμενη δαπάνη. «Το πρόβλημα δεν είναι η δαπάνη», τονίζει ο ΣΕΠΑΥ, «αλλά ο τρόπος με τον οποίο έχει διαμορφωθεί ο προϋπολογισμός».
Το παράδειγμα της Πορτογαλίας
Για να τεκμηριώσει πόσο στρεβλός είναι ο σημερινός τρόπος υπολογισμού της δαπάνης, ο ΣΕΠΑΥ φέρνει ως παράδειγμα την Πορτογαλία, τη χώρα πάνω στο μοντέλο της οποίας στηρίχθηκε η Ελλάδα όταν άλλαξε τον ΕΚΠΥ το 2018.
Όπως επισημαίνει, τα δύο συστήματα έχουν παρόμοια δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, ωστόσο η Πορτογαλία διαθέτει σήμερα προϋπολογισμό τριπλάσιο από τον ελληνικό για την κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα — περίπου 150 εκατ. ευρώ, έναντι 50 εκατ. ευρώ στην Ελλάδα. Και αυτό, παρότι οι αποζημιούμενες τιμές των συσκευών και των υπηρεσιών είναι σχεδόν ίδιες στις δύο χώρες.
«Η μεγάλη διαφορά», τονίζει ο ΣΕΠΑΥ, «είναι ότι η Πορτογαλία επένδυσε ουσιαστικά στην κατ’ οίκον φροντίδα, προσαρμόζοντας τον προϋπολογισμό της στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού».
Τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΣΕΠΑΥ αποτυπώνουν καθαρά το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής. Το πορτογαλικό σύστημα εξυπηρετεί πάνω από 200.000 ασθενείς, με δαπάνη που παραμένει βιώσιμη και ελεγχόμενη, αποδεικνύοντας ότι η σωστή πρόβλεψη και η επαρκής χρηματοδότηση είναι αυτές που διασφαλίζουν τη σταθερότητα του συστήματος — και όχι το αντίστροφο. Ο ΣΕΠΑΥ υπογραμμίζει πως αυτό είναι το πιο σαφές παράδειγμα που δείχνει ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι η κατανάλωση, αλλά ο τρόπος διαμόρφωσης του προϋπολογισμού.
Το πρόσθετο βάρος των επενδύσεων
Πέρα από την οικονομική πίεση του clawback, οι εταιρείες του κλάδου βρίσκονται αντιμέτωπες και με ένα πρόσθετο βάρος επενδύσεων, που προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει ο ΕΟΠΥΥ την ημερομηνία “λήξης” των ιατροτεχνολογικών συσκευών. Η λογική αυτή, που βασίζεται στο λεγόμενο «design life» του κατασκευαστή, επιβάλλει στις εταιρείες να αποσύρουν πλήρως λειτουργικές συσκευές πριν από το πραγματικό τέλος ζωής τους, ώστε να τις αντικαταστήσουν με καινούργιες.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει εκτόξευση του κόστους επενδύσεων και απώλεια ρευστότητας — σε έναν κλάδο που ήδη λειτουργεί οριακά. «Η ταμειακή ρευστότητα έχει μηδενιστεί, με άμεσο αντίκτυπο στον ασφαλισμένο», τονίζει ο ΣΕΠΑΥ, προειδοποιώντας ότι πολλές εταιρείες δηλώνουν αδυναμία επανεπένδυσης σε νέο εξοπλισμό.
Ο Σύλλογος προτείνει μια ρεαλιστική λύση. Την αποσύνδεση του design life από την ημερομηνία απόδοσης barcode και την καθολική απόδοση 120 μηνιαίων barcodes (δεκαετίας) σε όλες τις ιατρικές συσκευές. Μόνο έτσι, όπως υπογραμμίζει, μπορεί να υπάρξει «μια υποτυπώδης επιστροφή στην επένδυση» και να εξασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας προς τους ασθενείς.
Οι χρονοβόρες διαδικασίες υποβολής δαπανών
Ένα ακόμη εμπόδιο στη λειτουργία των παρόχων που επισημαίνει ο ΣΕΠΑΥ είναι οι χρονοβόρες και αναχρονιστικές διαδικασίες υποβολής δαπανών προς τον ΕΟΠΥΥ. Η υποχρεωτική εισαγωγή της τηλεφωνικής ταυτοποίησης OTP από τον Φεβρουάριο του 2025 έγινε χωρίς να συνοδευτεί από πλήρη ψηφιοποίηση του συστήματος και χωρίς να καταργηθούν οι έντυπες υπογραφές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε υποβολή απαιτεί διπλή διαδικασία, ηλεκτρονική και χειρόγραφη, με συνέπεια καθυστερήσεις, επιπλέον κόστος και περιττή γραφειοκρατία. Ο ΣΕΠΑΥ κάνει λόγο για απώλεια παραγωγικού χρόνου και περιβαλλοντικό κόστος από τις μαζικές εκτυπώσεις, επισημαίνοντας ότι η σημερινή διαδικασία «αναιρεί στην πράξη το πλεονέκτημα της ψηφιοποίησης».
Όπως αναφέρει ο Σύλλογος, η πλήρης άυλη υποβολή δαπάνης μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα, αρκεί να υπάρξει νομοθετική πρωτοβουλία από το Υπουργείο Υγείας. Μια τέτοια αλλαγή, τονίζει, «θα εξοικονομήσει χρόνο, πόρους και θα ενισχύσει τη διαφάνεια στη διαδικασία αποζημίωσης».
Οι προτάσεις του ΣΕΠΑΥ
Ο ΣΕΠΑΥ υπογραμμίζει ότι «η αγορά αναπνευστικών υπηρεσιών βρίσκεται σε κατάσταση ηφαιστειακής πίεσης» και προειδοποιεί ότι πολλές εταιρείες δηλώνουν πλέον αδυναμία να αναλάβουν νέα περιστατικά. Περαιτέρω επισημαίνει ότι αν δεν υπάρξει άμεση πολιτική βούληση για εξορθολογισμό και βιώσιμο πλαίσιο, το σύστημα θα οδηγηθεί σε κατάρρευση, με σοβαρές συνέπειες για τους ασθενείς που εξαρτώνται καθημερινά από την κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα.
Ο Σύλλογος Εταιρειών Παροχής Αναπνευστικών Υπηρεσιών ζητά ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο λειτουργίας, βασισμένο στη συνεργασία με το Υπουργείο Υγείας και τον ΕΟΠΥΥ, και καταθέτει τρεις άμεσες προτάσεις για την αποφυγή του αδιεξόδου:
- Ενίσχυση του προϋπολογισμού της κατηγορίας με 20 εκατ. ευρώ και καθιέρωση ετήσιας αναθεώρησης.
- Καθιέρωση δεκαετούς διάρκειας ζωής για όλες τις αναπνευστικές συσκευές.
- Ψηφιοποίηση της διαδικασίας υποβολής δαπανών στον ΕΟΠΥΥ, με άμεση νομοθετική ρύθμιση.
Παράλληλα, ο ΣΕΠΑΥ ζητά να ξεκινήσει η επικαιροποίηση της σύμβασης του 2017 μεταξύ ΕΟΠΥΥ και παρόχων αναπνευστικών υπηρεσιών, η οποία εξακολουθεί να εφαρμόζεται χωρίς αναθεώρηση εδώ και οκτώ χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύμβαση καθορίζει τους όρους αποζημίωσης αποκλειστικά για τον εξοπλισμό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το κόστος υπηρεσιών, τεχνικής υποστήριξης και παρακολούθησης των ασθενών.
Ο ΣΕΠΑΥ προτείνει να ενσωματωθούν κριτήρια ποιότητας και ασφάλειας στις παρεχόμενες υπηρεσίες και να συνδεθεί η αποζημίωση με τη συμμόρφωση του ασθενούς στη θεραπεία, ώστε το σύστημα να ανταμείβει τη σωστή εφαρμογή και όχι απλώς την ποσότητα των παροχών.
Να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα ενός κρίσιμου πυλώνα του ΕΣΥ
Το ζήτημα που αναδεικνύει ο ΣΕΠΑΥ δεν είναι λογιστικό, αλλά βαθιά διαρθρωτικό. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τη χρηματοδότηση και τη λειτουργία της κατ’ οίκον φροντίδας ως αναπόσπαστο τμήμα του δημόσιου συστήματος υγείας. Οι επισημάνσεις του Συλλόγου για το clawback, το επενδυτικό κόστος και τις διοικητικές δυσλειτουργίες δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης, καθώς αποτυπώνουν ένα πλαίσιο που έχει εξαντλήσει τα όριά του.
Η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει ότι η κατ’ οίκον αναπνευστική φροντίδα δεν μπορεί να στηρίζεται σε μηχανισμούς αυτόματων περικοπών και αποσπασματικές ρυθμίσεις, αλλά σε ρεαλιστικό προϋπολογισμό, επικαιροποιημένες συμβάσεις και σταθερούς κανόνες.
Μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η συνέχεια της φροντίδας για χιλιάδες ασθενείς και η βιωσιμότητα ενός κρίσιμου πυλώνα του ΕΣΥ.









































