Βιταμίνη D: O πολύτιμος σύμμαχος της υγείας μας!
Η ραχίτιδα, η οστεομαλακία, η οστεοπόρωση και η μυοπάθεια είναι τα πολύ γνωστά επακόλουθα των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D στον οργανισμό. Τα πρόσφατα περασμένα χρόνια ποικίλες επιδημιολογικές και προοπτικές ομαδικές μελέτες έχουν αποκαλύψει ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D και ποικίλων εξωσκελετικών καταστάσεων.
H αύξηση της συχνότητας της παχυσαρκίας, ο σύγχρονος τρόπος ζωής που αναγκάζει τους ανθρώπους να ζουν και να εργάζονται σε κλειστούς χώρους, η συστηματική αποφυγή του ήλιου από το φόβο της δερματικής καρκινογένεσης ελαττώνουν τα επίπεδα στο μέσο άνθρωπο ακόμη περισσότερο και οδηγούν τους πληθυσμούς σε πανδημία έλλειψης και ανεπάρκειας βιταμίνης D.
Η κυριότερη πηγή βιταμίνης D για τους περισσότερους ανθρώπους είναι η λογική έκθεσή τους στην ηλιακή ακτινοβολία. Το φως του ήλιου (κυρίως η υπεριώδης ακτινοβολία UVB) εξασφαλίζει στους περισσότερους ανθρώπους τις απαραίτητες ποσότητες βιταμίνης D που χρειάζονται για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού.
H βιταμίνη D διακρίνεται στην D2 και στην D3. Επειδή η βιταμίνη D3 είναι δραστικότερη από τη βιταμίνη D2, η επαρκής πρόσληψη της βιταμίνης D3 , είτε μέσω της σύνθεσής της στο δέρμα, είτε μέσω της διατροφής, είτε μέσω συμπληρωμάτων είναι απαραίτητη για την υγεία των οστών, κατά τη διάρκεια όλου του βίου, αλλά και γενικότερα για τη διατήρηση της γενικής υγείας.
Η βιταμίνη D δεν είναι μόνον οστεοπροστατευτική, αλλά δρά στους πλείστους ιστούς, αφού ελέγχει τη λειτουργία εκατοντάδων γονιδίων. Σήμερα γνωρίζουμε ότι υπάρχουν υποδοχείς των μεταβολιτών της βιταμίνης D στα περισσότερα από τα κύτταρα του οργανισμού.
Επιθυμητά επίπεδα βιταμίνης D3
Ως γνωστόν, με τον όρο βιταμίνη D εννοείται η βιταμίνη D2 και η βιταμίνη D3. Κλινικής σημασίας είναι βιταμίνη D3.
Συνιστάται τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο η μέτρηση των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D3 ή 25-(ΟΗ)D3, που είναι ο κύριος μεταβολίτης της βιταμίνης D3 στο ήπαρ.
- Αν τα επίπεδα της 25-(ΟΗ)D3 βρεθούν από 0-20ng/ml τότε υπάρχει έλλειψη της βιταμίνης D3.
- Αν τα επίπεδα βρεθούν μεταξύ των 21-30 ng/ml, τότε ομιλούμε για ανεπάρκεια της βιταμίνης D3.
- Τα φυσιoλογικά επίπεδα κυμαίνονται μεταξύ των 30-100 ng/ml
- Τα ιδανικά ή επιθυμητά επίπεδα κυμαίνονται μεταξύ των 50-70ng/ml.[10]
Η έλλειψη και η ανεπάρκεια της βιταμίνης D3 έχει συνδεθεί με μια ευρεία ποικιλία χρονίων νόσων, περιλαμβανομένων των συνηθισμένων καρκίνων, των αυτοάνοσων, των λοιμωδών και των καρδιοκυκλοφορικών νόσων.
Η καρδιοπροστασία της βιταμίνης D3 αποδίδεται στην ανακάλυψη ότι η βιταμίνη D3, ως ορμόνη, λειτουργεί ως ένας ενδοκρινικός αναστολέας του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγή βιταμίνης D στο δέρμα είναι η χρήση ακτινοπροστατευτικών ουσιών, το φυσικό χρώμα του δέρματος, η ώρα της ημέρας, στην οποία εκτίθεται κανείς στον ήλιο, η εποχή του έτους, το γεωγραφικό πλάτος στο οποίο βρίσκεται μια χώρα και το γήρας.
Τα επίπεδα της βιταμίνης D3 στον οργανισμό υπολογίζονται μετρώντας τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D3 [25(OH)D3] στον ορό του αίματος.
Oι συνέπειες της έλλειψης ή της ανεπάρκειας της βιταμίνης D3
Μια συνολική δόση 100 IU βιταμίνης D3 ανεβάζει τα επίπεδα της 25(OH)D3 κατά 1 ng/ml. Συνεπώς τα παιδιά και οι ενήλικες που δεν προσλαμβάνουν επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D3 από την έκθεσή τους στον ήλιο χρειάζονται τουλάχιστον 1000 IU ημερησίως βιταμίνης D3.
H μη έκθεση στον ήλιο και η έλλειψη βιταμίνης D3 έχουν συνδεθεί με πολλές σοβαρές νόσους, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα αυτοάνοσα νοσήματα, οι λοιμώδεις νόσοι, η καρδιαγγειακή νόσος και θανατηφόροι καρκίνοι.
Έχει υπολογιστεί ότι υπάρχει ελάττωση κατά 30-50% του κινδύνου ανάπτυξης ορθοκολικού καρκίνου, καρκίνου του μαστού και του προστάτη είτε αυξάνοντας τη συμπληρωματική λήψη βιταμίνης D3 τουλάχιστον κατά 1000 IU ημερησίως ή αυξάνοντας την έκθεση στον ήλιο, με στόχο την αύξηση των επιπέδων της 25(OH)D >30 ng/ml.
Υποδοχείς της βιταμίνης D3
Οι πλείστοι ιστοί του σώματος διαθέτουν υποδοχείς για τη βιταμίνη D3. H ενεργή μορφή της βιταμίνης D3, η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3, δημιουργείται σε πολλούς διαφορετικούς ιστούς, περιλαμβανομένου του παχέος εντέρου, του προστάτη και του μαστού.
Πιστεύεται ότι η τοπική παραγωγή της 1,25(OH)(2)D3 μπορεί να είναι υπεύθυνη για το αντικαρκινικό όφελος της βιταμίνης D3. Πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ότι οι γυναίκες που έχουν έλλειψη βιταμίνης D3 βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο κατά 253% να αναπτύξουν ορθοκολικό καρκίνο, ενώ οι γυναίκες που έπαιρναν 1500 mg/ ασβεστίου ημερησίως και 1100 IU/ βιταμίνης D3 ημερησίως, για 4 χρόνια περιόρισαν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού κατά 60%.
Σήμερα υπάρχουν κατακλυσμιαία και ακαταμάχητα επιστημονικά και επιδημιολογικά δεδομένα που δηλώνουν ότι το ανθρώπινο σώμα χρειάζεται ένα επίπεδο της 25(ΟΗ)D3 στο αίμα, που να είναι μεγαλύτερο των 30ng/ml, για να διατηρείται η μεγίστη υγεία.
Για να αυξηθεί το επίπεδο της 25(ΟΗ)D3 στο αίμα τουλάχιστον στα 30 ng/mL χρειάζεται η λήψη τουλάχιστον 1000 ΙU βιταμίνης D3 ημερησίως για τους ενήλικες.
Θεωρείται πολύ σωστή η καθοδήγηση του κοινού από τους γιατρούς να εκτίθεται με λογικό τρόπο στον ήλιο (10 λεπτά ημερησίως, στο μέσο της ημέρας, μεταξύ 11ης πρωινής και 2 μμ). Εάν τούτο δεν είναι εφικτό μπορούν να παίρνει κανείς συμπληρωματικά 1000-4000 IU βιταμίνης D3 ημερησίως και να γίνονται μετρήσεις, κάθε τρείς μήνες των επιπέδων της 25(ΟΗ)D3 στον ορό του αίματος.










































